Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

The EuroWinter Pin (Season 02)


Οι πινέζες μας: Αλιβέρι, Βόλος, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Skopje, Nis, Belgrade, Ballószög, Budapest, Zakopane, Krakow, Sochaczew, Poznan, Potsdam, Berlin, Hague, Bremerhaven, Frankfurt

 

 

ΕΛΛΑΔΑ (Παρασκευή 16 – Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015)

Οι πινέζες μας: Αλιβέρι, Βόλος, Λάρισα, Θεσσαλονίκη


9 μήνες και 27 μέρες. Τόσο είχε κρατήσει το ελληνικό διάλειμμα και όλα συναινούσαν στο γεγονός ότι ήμασταν πλέον έτοιμοι να ξαναβγούμε στους δρόμους. Η προετοιμασία αυτή τη φορά ήταν από χλιαρή έως ανύπαρκτη καθώς τόσο σε επίπεδο εξοπλισμού όσο και σε επίπεδο οχήματος λίγα πράγματα χρειάστηκε να κάνουμε συγκριτικά με το αφρικανικό σκέλος. Το αυτοκίνητο παρέμεινε αμιγώς εργοστασιακό καθώς τα επόμενα τουλάχιστον 25.000 χιλιόμετρα θα γίνουν σε ανεπτυγμένες χώρες όπου τόσο τα οδικά δίκτυα όσο οι υποδομές και οι υπηρεσίες είναι υψηλού επιπέδου. Για τη δε μετατροπή, αφιερώσαμε σχεδόν δύο μήνες στην μελέτη και κατασκευή προσπαθώντας να προβλέψουμε όσο περισσότερο γίνεται τις μελλοντικές ανάγκες και προβλήματα που ενδεχομένως θα συναντήσουμε καθ' οδόν. Μια διανυκτέρευση κάπου σε μία παραλία του Αλιβερίου στις αρχές Δεκεμβρίου φανέρωσε κάποιες δυστοκίες σχετικά με τα επίπεδα υγρασίας και θερμοκρασίας εντός του αυτοκινήτου τα οποία φροντίσαμε να βελτιώσουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε. Η μοναδική προσθήκη ήταν τα νέα ελαστικά με τα οποία εξοπλίσαμε την Χαρά και τα οποία είναι για μεικτές διαδρομές (on και off road) με το σκεπτικό ότι δεν γνωρίζουμε πόσο άσχημος θα είναι ο καιρός στη βόρεια Ευρώπη (κυρίως Πολωνία και Γερμανία) όπου η χρήση τέτοιων ελαστικών είναι υποχρεωτική από το νόμο ειδικά σε περιπτώσεις χιονοπτώσεων.


"Χωρίς πολλά χρήματα, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό αλλά.."

 
Παράλληλα αυτή τη φορά αποφασίσαμε να μην εστιάσουμε τόσο πολύ στην έρευνα σχετικά με τις χώρες που σχεδιάζαμε να επισκεφτούμε, τις διαδρομές, τις αποστάσεις και πάει λέγοντας. Η πρότερη εμπειρία έλεγε ότι αρκετές φορές η έρευνα είχε αποδειχθεί ανούσια καθώς πολλά πράγματα είχαν αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου, άλλες φορές πάλι η αλλαγή της διαδρομής για οποιοδήποτε λόγο μας έφερνε σε χώρες που δεν είχαμε καν υπολογίσει άρα και μελετήσει, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από τη συνολική εμπειρία, ενώ τέλος τις περισσότερες φορές τα αναπάντεχα, απρόβλεπτα και συναρπαστικότερα γεγονότα του ταξιδιού τύχαιναν σε περιοχές που απλά δεν ήταν καν στο πρόγραμμα. Από το Struisbaai και το νοτιότερο σημείο της Αφρικής όπου επισκεφτήκαμε κυριολεκτικά για μισή ώρα και τελικά μείναμε 4 μήνες, το ορφανοτροφείο του Ethandweni το οποίο επισκεφτήκαμε για ένα σαββατοκύριακο και αναγκαστήκαμε να φύγουμε μόνο και μόνο επειδή έληγε η βίζα μέχρι και την δίμηνη παραμονή στη Ζάμπια την οποία αρχικά σχεδιάζαμε να διασχίσουμε σε μία εβδομάδα καθώς και πολλά πολλά άλλα μέρη και σημεία όπου κάτι σχεδόν μαγικό μας τοποθετούσε κάθε φορά σαν πιόνια στη σκακιέρα χαρίζοντάς μας ανεπανάληπτες εμπειρίες, τελικά η προϊστορία έλεγε ότι όσο λιγότερο προετοιμασμένος είσαι, τόσο περισσότερο το απολαμβάνεις. Άλλωστε αυτή τη φορά, είχαμε αποφασίσει να μη θέσουμε κανένα χρονικό περιορισμό σχετικά με την επιστροφή μας. Κάθε φορά που μας ρωτούσαν στην Αφρική πότε σκοπεύετε να επιστρέψετε, η απάντηση ήταν «Μόλις μας τελειώσουν τα χρήματα». 




Αυτή τη φορά όμως, οι λογαριασμοί είναι άδειοι. Με την αγορά της Χαράς, τη δρομολόγηση της ναυτιλιακής μεταφοράς της στην αμερικάνικη ήπειρο και τα αεροπορικά εισιτήρια για Καναδά, ο ισολογισμός μας έκλεινε θετικός μεν, μηδενικός δε. Σχεδόν μηδενικός δηλαδή καθώς φροντίσαμε να δημιουργήσουμε μία καθαρά θέση της τάξεως των 1.000 περίπου ευρώ ενώ το ταξίδι εφεξής θα χρηματοδοτείται εξ’ ολοκλήρου και αποκλειστικά από το ενοίκιο του διαμερίσματος που νοικιάζουμε και το οποίο ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ποσό των 500 ευρώ. Όταν λοιπόν έχεις να διαχειριστείς ένα τόσο αστείο πόσο κάθε μήνα, ποιος ο λόγος να κάνεις σχέδια και πλάνα τα οποία το πιο πιθανό είναι να ανατραπούν ανά πάσα στιγμή. Και τελικά αν αυτό δεν συνιστά μία νέα πρόκληση, τότε τι; Μάλιστα, είχε έρθει η ώρα να ξαναβάλουμε μπροστά την αγαπημένη μας συνάρτηση (αυτή με τον χρόνο και το χρήμα), να την παιδέψουμε, να τη διαχειριστούμε όσο καλύτερα μπορούμε, να κάνουμε υπερβάσεις και συμβιβασμούς και τελικά να αποδείξουμε με τον πιο γλαφυρό τρόπο πως είναι να ζεις ταξιδεύοντας και επιβιώνοντας με πραγματικά πολύ λίγα αντλώντας όμως το καλύτερο δυνατό βαθμό ικανοποίησης και κλείνοντας την κάθε σου μέρα γεμάτος με νέα πράγματα.


Χωρίς πολλά χρήματα, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό αλλά γεμάτοι νοσταλγία για τη ζωή στο δρόμο που 9 μήνες και 27 μέρες είχαμε αφήσει στην άκρη, ξεκινήσαμε την Παρασκευή το πρωί (16/01) από το Αλιβέρι. Την προηγούμενη, με ένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι γεμάτο αγάπη και ζεστασιά, αποχαιρετούσαμε τις οικογένειές μας και υποσχόμασταν να το απολαύσουμε ακόμα περισσότερο αυτή τη φορά.



"Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα θα ‘ναι αργά.."
 

Με κατεύθυνση τη βόρεια Ευρώπη, το Pin Project χάραξε πορεία για νέες εικόνες, νέες παραστάσεις, νέες αναμνήσεις, νέες περιπέτειες. Βάση πρόχειρου σχεδιασμού, ο τελικός προορισμός ήταν το λιμάνι του Bremerhaven στη βόρεια Γερμανία όπου έπρεπε να είμαστε περί τα μέσα Μαρτίου και αυτό από μόνο του έφτανε για να προκύψει μία ενδεικτική διαδρομή στο μυαλό μας. Επιπλέον, η μεγάλη μας επιθυμία να επισκεφτούμε κάποιους Ευρωπαίους φίλους που είχαμε κάνει στο ταξίδι, ήταν αρκετή για να συνδυαστούν κάποιες στάσεις σε διάφορες πόλεις ενώ οι ξενιτεμένοι Έλληνες φίλοι απλά ολοκλήρωναν το τελικό πλάνο. Ο Vladimir στο Βελιγράδι, ο Ghislain στο εξωτικά βιομηχανικό Sochaczew της Πολωνίας, οι Ολλανδοί Marloes και Mauritz, η Μαρία στο Potsdam, ο Γιάννης και η Wesal στο Berlin και ο Γιώργος με την Ιφιγένεια στη Χάγη μας περίμεναν να θυμηθούμε τα παλιά, να μιλήσουμε για τα νέα και φυσικά να μας κουνήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους μαντήλι. Κάπως έτσι και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία προέκυψαν οι χώρες που θα διασχίζαμε τους επόμενους δύο μήνες. Μέσω ΠΓΔΜ, Σερβίας, Ουγγαρίας, Σλοβακίας, Πολωνίας και ολίγον από Ολλανδία θα καταλήγαμε να παραδώσουμε τη Χαρά στο λιμάνι του Bremerhaven, πριν πετάξουμε για άλλες πολιτείες στις 3 Απριλίου. Πριν όμως από τη μεγάλη έξοδο, θέλαμε να περάσουμε χρόνο με φίλους στην Ελλάδα, οι οποίοι ήταν ούτως ή άλλως στο δρόμο μας.

Η πρώτη στάση έγινε στο Βόλο όπου μία καλή φίλη μας περίμενε να μας δει και να μας φιλοξενήσει. Η Ειρήνη μας είχε γνωρίσει μέσω του blog και η πρώτη επικοινωνία είχε γίνει όταν ακόμα ήμασταν στη Μποτσουάνα. Για ένα χρόνο μιλούσαμε με όποιο τρόπο μπορούσαμε (ολίγον από email, ολίγον από skype κλπ) ώσπου τελικά συναντηθήκαμε πριν φύγουμε για Ίο. Ανήσυχο πνεύμα, αλήτισσα ψυχή, αθώα και ονειροπόλα, η φίλη μας   αναζητούσε -και ακόμα αναζητά- την απόδραση από τα στενά, στυγνά και στεγνά στερεότυπα της γενιάς μας και κάπως έτσι κατέληξε να διαβάζει τις ιστορίες μας και να διψά για ακόμα περισσότερη περιπέτεια. Το σαββατοκύριακο το περάσαμε όσο πιο παραδοσιακά μπορούσαμε. Στο Βόλο ήμασταν οπότε η απότιση φόρου τιμής στα τοπικά τσιπουράδικα ήταν κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη. Με πολύ Αποστολάκη άνευ, αμέτρητους μεζέδες -όπως απαιτεί το βολιώτικο έθιμο- και ακόμα πιο αμέτρητα πάνω-κάτω στην πανέμορφη παραλία και στα πέριξ της πόλης, το τριήμερο πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε. Οι συζητήσεις με την Ειρήνη περί του νοήματος της ζωής (μιας και αυτή η συμπαντική έλξη που μας έφερε σε επαφή κυρίως σε τέτοια θέματα μας «περιόριζε») με ότι αυτό μπορεί να συμπαρασύρει, φυσικά δεν κατέληξαν πουθενά και τελικά καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η αναζήτηση αυτού είναι πάνω από μας. «Όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά, πάντα θα ‘ναι αργά..» λέει ο ποιητής και στα μάτια μας αντικατοπτρίζεται η ανηφορική διαδρομή του να βρεις πρώτα τι θες και τι δε θες από τη ζωή σου και τελικά να καταλήξεις να το κυνηγήσεις, να το πετύχεις ενώ στη διαδρομή έχεις αντιμετωπίσει ένα κάρο δυσκολίες.


Δευτέρα πρωί (19/01) συνεχίσαμε το ταξίδι στη γειτονική Λάρισα και τους εκεί φίλους μας. Ο Γιώργος και η Έφη, ο αγαπημένος μας πιλότος και η σύζυγός του -φίλοι που ανήκουν στη μεγάλη οικογένεια του Vitara Club- μας περίμεναν με δυνατό τσίπουρο, σπιτικό φαγητό και πολλές συμβουλές και ιδέες για τη συνέχεια. Ως απόστρατος αξιωματικός και έχοντας μερικές χιλιάδες ώρες στους αιθέρες στα τιμημένα Α7 Corsair, ο φίλος μας ήξερε καλά από ταξίδια και δυνατές συγκινήσεις και φυσικά δεν έχανε ευκαιρία να μας εξιστορεί τις περιπέτειές του και να μας φουσκώνει με θάρρος και αισιοδοξία. Μεγάλος δάσκαλος ο Γιώργος!

Τους φίλους μας αποχαιρετήσαμε την επομένη (20/01) και σειρά στις συναντήσεις μας έπαιρνε ένας μεγάλος ταξιδιώτης και φίλος ο οποίος ήταν επίσης μόνιμος κάτοικος Λάρισας. Όσοι παρακολουθείτε την ειδησεογραφία που ασχολείται με την οικονομική κρίση και τα παρεπόμενά της, σίγουρα θα έχετε ακούσει ότι 300.000 και πλέον Έλληνες αποφάσισαν τα τελευταία χρόνια να εγκαταλείψουν την χώρα σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Μέσα σε αυτούς, εκτός από εμάς, συγκαταλέγονταν και δύο παλικάρια που έχουμε την τιμή να είναι φίλοι μας, ο Θάνος από τη Λάρισα και ο Στέργιος από τη Θεσσαλονίκη. Ταξιδιώτες με τη στενή έννοια του όρου και επάνω σε βέσπες παρακαλώ, ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2013 για το δικό τους γύρο του κόσμου. Ο Στέργιος αφού κάλυψε βόρεια, δυτική, κεντρική και ολίγον από νότια Αφρική (αυτά που εμείς προσπεράσαμε με το Ζήκο αυτός τα κάλυψε με μία PX200!), πέταξε δυτικά προς Αργεντινή και αυτή τη στιγμή που μιλάμε σεργιανίζει δικάβαλο με τη φίλη του κάπου μεταξύ Παραγουάης, Βραζιλίας και Ουρουγουάης. Ο έτερος της παρέας έφτασε μέχρι και το Ντακάρ της Σενεγάλης από όπου και επέστρεψε πίσω για προσωπικούς λόγους. Με τα παιδιά ήμασταν σε επαφή καθ' όλη την προετοιμασία τους, δεχθήκαμε μάλιστα και οικονομική ενίσχυση και φυσικά δε θα μπορούσαμε να χάσουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε τον πιο προσιτό σε εμάς δεδομένων των αποστάσεων. Ο Θάνος μας περίμενε πως και πως να τα πούμε, να μας φιλοξενήσει και τελικά να μας προτείνει να συνταξιδέψουμε μέχρι τον τελικό μας προορισμό εντός ευρωπαϊκών συνόρων που ήταν η Γερμανία. Όπως είναι φυσικό, οι ταξιδιώτες που διψάνε για χιλιόμετρα και εμπειρίες βάζουν από πάνω παράγοντες όπως ο καιρός, τα χρήματα ή το μέσο. Ο φίλος μας ήθελε να μετακινηθεί και να δοκιμάσει την τύχη του στη Γερμανία και είχε αποφασίσει να μας ακολουθήσει με την αγαπημένη του vespa μέσα στο καταχείμωνο. Αφού ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την ερχόμενη Δευτέρα, τον αποχαιρετήσαμε προσωρινά και συνεχίσαμε για Θεσσαλονίκη.

Από την Τετάρτη μέχρι και την Κυριακή (21-25/01) είδαμε ξαδέρφια, φίλους και κουμπάρους, βγήκαμε έξω, φάγαμε όσα περισσότερα σουβλάκια και γύρους μπορούσαμε (είναι από τα λίγα πράγματα που μας έλειψαν στην Αφρική και ξέρουμε ότι σαν τα θεσσαλονικιώτικα δε θα βρούμε), διασκεδάσαμε, γελάσαμε πολύ με το αποτέλεσμα των εκλογών και προετοιμαστήκαμε για τη μεγάλη έξοδο από τη χώρα το πρωινό της Δευτέρας. Η μετατροπή της Χαράς μπορεί να έγινε με γνώμονα την άνεση και την πρακτικότητα αλλά οι αρχές δεν θα είχαν την ίδια άποψη σε περίπτωση ελέγχου. Η Ελλαδίτσα μας, σε αντίθεση με χώρες της βόρειας Ευρώπης, αφενός δεν επιτρέπει τη μετατροπή επαγγελματικών αυτοκινήτων σε camper van ενώ και γενικότερα αυτός ο τύπος αμαξώματος είναι παντελώς άγνωστος στην σχετική νομοθεσία με τα απανταχού τροχόσπιτα και αυτοκινούμενα να κατατάσσονται ως ΙΧ πληρώνοντας δραματικά υψηλή φορολογία. Σε ερώτηση μας στο υπουργείο συγκοινωνιών σχετικά με τη μετατροπή και πιθανή δήλωσή της, η απάντηση θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί από διφορούμενη και συγκεχυμένη έως βλακώδης και αδιάφορη. Το άγχος μας λοιπόν ήταν αν σε ενδεχόμενο έλεγχο στα ελληνικά σύνορα, διαπίστωναν την όποια παράβαση για τη μετατροπή και μας έκαναν τη ζωή δύσκολη. Βέβαια, εμείς ποντάραμε όλα μας τα λεφτά στο γεγονός ότι το αποτέλεσμα των εκλογών, το οποίο αποδείχθηκε από σοκαριστικό έως μεθυστικό και από τραγικό έως αδιάφορο, τουλάχιστον θα είχε προκαλέσει αμηχανία στους ένστολους και απανταχού δημοσίους υπαλλήλους, αρκετή για να μην ασχοληθούν με την περίπτωσή μας.

Το ραντεβού με τον Θάνο είχε οριστεί για τη Δευτέρα το πρωί (26/01) μερικά χιλιόμετρα πριν τα σύνορα των Ευζώνων όπου όμως μέχρι εκεί δεν πήγαμε μόνοι. Δύο καλοί φίλοι, ο Γιάννης και ο Χαράλαμπος τους οποίους συναντήσαμε στον Άγιο Αθανάσιο και αφού πρώτα ήπιαμε καφεδάκι και φάγαμε μπουγάτσα, μας συνόδεψαν γεμίζοντας μας ευχές και προπάντων θετική ενέργεια. Ο Θάνος μας περίμενε στο τελευταίο βενζινάδικο πριν τα σύνορα. Αφού αποχαιρετήσαμε τους φίλους μας, βάλαμε πρώτη και ξεχυθήκαμε στο δρόμο. Γεμάτοι αμηχανία, άγχος, ενθουσιασμό και χαρά μέχρι κατουρήματος, ήμασταν έτοιμοι να περάσουμε για πρώτη φορά ελληνικά οδικά σύνορα! Το όποιο άγχος και ανησυχία είχαμε, τελικά εξανεμίστηκε πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζαμε. Η διαδικασία δεν κράτησε ούτε 1 λεπτό, ο ένστολος έλεγξε τυπικά τα διαβατήριά μας και κάπως έτσι είχαμε βγει από τη χώρα με το δεξί. Καλό μας ταξίδι! Εις το επανιδείν!




ΠΓΔΜ (Δευτέρα 26 – Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015)

Η πινέζα μας: Skopje 


Τα σύνορα Ευζώνων-Γευγελή ίσως να ήταν από τα πιο γρήγορα σύνορα μέχρι στιγμής στο ταξίδι και η στάση στο κατάστημα αφορολογήτων κράτησε μάλλον περισσότερο. Νωρίς το απόγευμα φτάσαμε στα Σκόπια (Skopje), την πρωτεύουσα της ΠΓΔΜ. Η διαδρομή διαμέσου του αυτοκινητόδρομου του Μεγάλου Αλεξάνδρου(!), ήταν μάλλον αδιάφορη μέσα από ορεινούς όγκους, χωράφια και ελάχιστα χωριά. Ο υδράργυρος ήταν σταθερά χαμηλά (κάτω από 10 βαθμούς) χωρίς αυτό να πτοεί τον συνοδοιπόρο μας ενώ για καλή μας τύχη δεν έβρεξε αν και ο ουρανός ήταν μουντός και στενάχωρος. Το σενάριο που είχαμε επεξεργαστεί σχετικά με τις διανυκτερεύσεις μιας και ο βεσπάκιας της παρέας χρειαζόταν κάθε βράδυ κάποιο κατάλυμα, σε αντίθεση με εμάς όπου θα μέναμε εντός της Χαράς, ήταν απλό. Ο Θάνος είχε πάντα στις σημειώσεις του μία λίστα από φτηνά hostels τα οποία είχε τσεκάρει προηγουμένως στο διαδίκτυο και στα οποία σχεδίαζε να μένει, με εμάς να παρκάρουμε σε εύλογη απόσταση από αυτά. Κάπως έτσι, εντοπίσαμε το ένα και μοναδικό hostel της πόλης το οποίο είχε ελεύθερα δωμάτια. Αφού τακτοποιηθήκαμε, βγήκαμε για βραδινή βόλτα στην πόλη με το κρύο να είναι τσουχτερό μεν αλλά όχι ανυπόφορο. Η κεντρική πλατεία της πόλης ήταν φωταγωγημένη ενώ μία σειρά από επιβλητικά αγάλματα και μοντέρνα κτήρια προσέδιδαν κάποια αίγλη στο σκηνικό. Αν δε γνώριζες μάλιστα που βρίσκεσαι, χωρίς να θέλουμε να υπερβάλουμε, το μυαλό σου θα τοποθετούσε τις χειμωνιάτικες αρχοντικές φωταψίες κάπου μεταξύ κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Για πρώτη βραδιά δεν το πολυπαιδέψαμε και κάτσαμε στο πρώτο εστιατόριο που βρήκαμε και μας άρεσε. Εκ πρώτης όψεως φαινόταν κυριλέ και πολύ καθώς πρέπει αλλά οι τιμές του δεν συμβάδιζαν με την πρώτη εντύπωση και τελικά αυτό ίσχυσε για ολόκληρη την ταχέως αναπτυσσόμενη πρωτεύουσα.

"Αν στην εξίσωση του δυσεπίλυτου θέματος της ονομασίας και τη φαινομενική κόντρα μεταξύ της Ελλαδίτσας και της ΠΓΔΜ.."
 


Η πόλη των Σκοπίων εδώ και κάποια χρόνια γνωρίζει φρενήρη ανάπτυξη, χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε την προέλευση των κεφαλαίων αλλά και τις βασικές επιδιώξεις των κυβερνώντων. Αναφορικά δε με την πολυετή διαμάχη σχετικά με την επίσημη ονομασία της χώρας, χωρίς να θέλουμε να πάρουμε θέση, χωρίς να έχουμε στοιχειοθετημένη άποψη και χωρίς φυσικά να έχει και ιδιαίτερη σημασία τι πιστεύουμε, προσωπικά δεν μας ξένισε η διαρκής οικειοποίηση μακεδονικών ιστορικών στοιχείων από το όνομα του κεντρικού αυτοκινητόδρομου, μέχρι το κεντρικό άγαλμα στην πλατεία το οποίο φυσικά και είναι ο Μέγας Αλέξανδρος (αν και στις τουριστικές πληροφοριακές πινακίδες γύρω από την πλατεία αναφέρεται ότι είναι έφιππος πολεμιστής χωρίς να ονομάζεται ποιος). Το γεγονός ότι το επίπεδο διαβίωσης των κατοίκων της ΠΓΔΜ είναι από τα πιο χαμηλά στην Ευρώπη και η οποιαδήποτε αλλαγή της ονομασίας της χώρας δεν θα αλλάξει ριζικά κάτι στην καθημερινότητά τους σε συνδυασμό με τις εξευτελιστικά χαμηλές τιμές στα περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία τραβούν σαν τις μέλισσες στο μέλι ένα τεράστιο αριθμό κατοίκων της βόρειας Ελλάδας, τους οποίους προφανώς και αφήνει αδιάφορους η ονομασία, η ιστορία και φυσικά τα πολιτικά παιχνίδια, φανερώνει απερίφραστα τη σημερινή εικόνα και καθεστώς που επικρατεί. Από την άλλη, μεγάλες ελληνικές εταιρίες έχουν ηγετική παρουσία στην χώρα μένοντας επίσης ανεπηρέαστες από τα επίσημα βαφτίσια που τόσο καθυστερούν. Έχει τελικά σημασία και αν ναι, γιατί; Το ποιους συμφέρει και πόσο, είναι ίσως ένα καλό ερώτημα αλλά και πάλι δεν είμαστε εμείς αυτοί που πρέπει να δώσουν μία απάντηση. 


Αν λοιπόν στην εξίσωση του δυσεπίλυτου θέματος της ονομασίας και τη φαινομενική κόντρα μεταξύ της Ελλαδίτσας και της ΠΓΔΜ συμπεριλάβουμε την επίσης διαρκή και αυξανόμενη πίεση που υφίσταται η χώρα από τους αλβανόφωνους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν ένα 40% του συνολικού πληθυσμού και οι οποίοι ασφαλώς και δεν έχουν τις καλύτερες προθέσεις για τους ντόπιους Σλάβους, έχοντας μείνει ακόμα κολλημένοι στο όραμα της μεγάλης Αλβανίας, τότε για τις τρεις ημέρες που περάσαμε στην πρωτεύουσα, μάλλον παραπάνω σημασία από όση χρειαζόταν δώσαμε στο όλο θέμα. 


Την Τρίτη το πρωί (27/01) πήραμε το πρωινό μας σε ένα τυροπιτάδικο δοκιμάζοντας σκοπιανό burek, τοπική σπεσιαλιτέ του δρόμου που μοιάζει πολύ με τις ηπειρώτικες στριφτές πίτες. Εξαιρετικό! Σειρά είχε ένας περίπατος στην παλιά πόλη η οποία ήταν γεμάτη μουσουλμανικές επιρροές, τζαμιά, τούρκικα εστιατόρια και καφενεία και φυσικά τούρκικο πληθυσμό, ο οποίος μετακινήθηκε ως απόρροια των γενικότερων αναταράξεων και αναταραχών στην ευρύτερη περιοχή. Το απογευματάκι κάτσαμε για ένα cafe στην κεντρική πλατεία αλλά αυτή τη φορά δεν ήμασταν οι τρεις μας. Η Μιλίτσα, μία φίλη που είχε «προκύψει» από την θητεία μας στην Ίο, ήταν μόνιμη κάτοικος Σκοπίων και στο νησί κατέβαινε τα τελευταία 5-6 καλοκαίρια για τις δικές της διακοπές επί πληρωμή. Γλυκιά και ευχάριστη κοπέλα, χάρηκε πολύ που μας είδε. Μετά τον καφέ, συνεχίσαμε για μπύρες σε ιρλανδέζικη pub όπου τα είπαμε, τα ήπιαμε, γελάσαμε και θυμηθήκαμε νησιώτικες περιπέτειες.

Και ενώ τα Σκόπια υποτίθεται ότι ήταν στάση της μίας ημέρας, τελικά δεν μας έκανε καρδιά να φύγουμε. Λίγο το ότι η πόλη και κυρίως το ιστορικό κέντρο είχαν αρκετό ενδιαφέρον και κυρίως για εμάς του νότιους που όσο να’ ναι λιγότερο επηρεασμένοι ήμαστε από το θέμα της ονομασίας και της γενικότερης κοινωνικοπολιτικής ίντριγκας, λίγο η φίλη μας που μας περιποιήθηκε και μας γύρισε όσο μπορούσε, λίγο ότι οι τιμές ήταν πιο κάτω κι από τον υδράργυρο και έτσι συνέφερε περισσότερο να τρως και να πίνεις παρά να είσαι στο δρόμο, τελικά αναβάλλαμε την αναχώρηση για την επομένη. 


Η Τετάρτη (28/01) μας βρήκε να βολτάρουμε για μία ακόμα μέρα στους πεζόδρομους και πλατείες της πόλης. Σε κεντρικό μάλιστα πεζόδρομο βρίσκεται μουσείο προς τιμήν της Μητέρας Τερέζας. Και εδώ, Αλβανοί και Σλάβοι ερίζουν για την προέλευση και καταγωγή ενός ανθρώπου, η οποία κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί πολίτης του κόσμου καθώς ναι μεν η μητέρα της Agnesë Gonxhe Bojaxhiu (το πραγματικό της όνομα) ήταν Αλβανικής καταγωγής αλλά η ίδια γεννήθηκε στα Σκόπια το 1910 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Ινδία. Μικρή σημασία δεν έχει όμως αν σταθούμε στο έργο της και αφήσουμε κατά μέρος τις ρίζες της; Ποιος έχει να κερδίσει από αυτό εν τέλει;

Μετά από τρεις μέρες στην πρωτεύουσα και έχοντας αποχαιρετήσει το προηγούμενο βράδυ τη Μιλίτσα, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε προς Σερβία. Ο Vladimir μας περίμενε πως και πως να μας συναντήσει μετά από 3 σχεδόν χρόνια και να μας περπατήσει στην πόλη του. 




ΣΕΡΒΙΑ (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου – Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015)

 Οι πινέζες μας: Nis, Belgrade 



Μικρή αναδρομή: Τον Μάιο του 2012 στο camping Eugenia στη Granada της Ισπανίας και ενώ περιμέναμε το δέμα από Ιταλία με το ρελέ του εργάτη, γνωρίσαμε τους δύο Vladimir από το Βελιγράδι, οι οποίοι ταξίδευαν με ένα Fiat Punto από την πόλη τους μέχρι το Γιβραλτάρ και πίσω. Δύο Vladimir, και οι δύο γιατροί αναισθησιολόγοι! Τελικά μετά από 3 χρόνια, ο ένας είχε μετακινηθεί στη Μάλτα ενώ ο δεύτερος είχε παραμείνει στο Βελιγράδι.

Τα σύνορα από την ΠΓΔΜ προς τη Σερβία, έμελλε να αποδειχθούν τα πιο δύσκολα σε ολόκληρο το ταξίδι μέχρι στιγμής (δεν κρατάμε αρχείο αλλά πρέπει να έχουμε διασχίσει πάνω από 25 οδικά σύνορα). Ακόμα και το 6ωρο στα σύνορα του Ισραήλ με τις διπλές ανακρίσεις και τα X-ray των αποσκευών μας και του Ζήκου, ήταν παιχνιδάκι μπροστά στα Σέρβικα σύνορα. Από την πλευρά της ΠΓΔΜ ξεμπερδέψαμε αμέσως αφού δεν σφραγίζουν καν τα διαβατήρια. Στην σέρβικη πλευρά, μας έκαναν αμέσως νόημα να σταματήσουμε για έλεγχο. Κράτησαν τα διαβατήριά μας και ένας νευρικός και καθόλου ευγενικός ένστολος άρχισε να ψάχνει ακατάσχετα το βαν. Χωρίς να μας δίνει σημασία άνοιγε πόρτες, πορτάκια και ντουλαπάκια και πετούσε πράγματα έξω ψάχνοντας ούτε και μεις ξέρουμε τι. Κάποια στιγμή μάλιστα αρπάζοντας το μπουφάν του Νίκου, έβγαλε το πορτοφόλι, έλεγξε το περιεχόμενο του (το οποίο είχε έντονο το πορτοκαλί χρώμα) και κάπου εκεί επενέβη ο Νίκος και του έβαλε κάποιο σχετικό φρένο. Ο ένστολος συνέχισε από την πλευρά της Γεωργίας χωρίς καν να μιλάει αγγλικά ή έστω στη γλώσσα του. Αφού τελείωσε τον έλεγχο πρόσταξε στον Νίκο να τον ακολουθήσει στα γραφεία. Κυριαρχούσε περισσότερο περιέργεια παρά φόβος για το τι θα επακολουθούσε μιας και ο συνοριοφύλακας δεν είχε φανερώσει τις προθέσεις του εξαρχής! Τελικά το μενού περιείχε σωματικό έλεγχο και κανονικό ξεβράκωμα και κάπου εκεί καταλάβαμε ότι είδε κλούβα και απλά έψαχνε για ναρκωτικά. Δεν ξέρουμε αν χάρηκε ή αν απογοητεύτηκε που δεν βρήκε κάτι γιατί παρέμεινε αμίλητος και ανέκφραστος καθ' όλη τη διαδικασία του ελέγχου και ξεβρακώματος αλλά λίγη σημασία είχε εκείνη την ώρα. Η ουσία είναι ότι μας σφράγισε τα διαβατήρια και μετά από μισή και πλέον ώρα μπορούσαμε να μπούμε στη χώρα. 


Πρώτη στάση στη Nis και το Vespa Bar της πόλης. Κάπου εκεί θυμηθήκαμε ότι ταξιδεύαμε παρέα με μία vespa και έναν από τους πιο ταξιδεμένους βεσπάκηδες, ο οποίος είχε πολλές γνωριμίες και φίλους ανά την Ευρώπη άρα και πόρτες ανοιχτές. Ο Dejan ήταν ο πρόεδρος του τοπικού club και ιδιοκτήτης του ομώνυμου cafe και φυσικά δε θα μπορούσαμε να μην κάνουμε μία επίσκεψη για ένα γεια, έναν καφέ και πληροφορίες για την πόλη. Ο Σέρβος φίλος αφού βόλεψε τον Θάνο στο φτηνότερο και καλύτερο hostel της πόλης, μας κέρασε τα καφεδάκια και έκατσε παρέα να κουβεντιάσουμε. Η νέα ελληνική κυβέρνηση που είχε προκύψει σχεδόν μία εβδομάδα πριν και η γενικότερη οικονομική κατάσταση ήταν το θέμα της κουβέντας φυσικά για λόγους που δεν χρειάζεται καν να αναλύσουμε. Επιπλέον, ο ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια και η ανισορροπία που επιφέρει η κοινωνική και πολιτική αστάθεια που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, φυσικά και επηρεάζει τη γνώμη και την αίσθηση που έχουν για εμάς οι αδερφοί Σέρβοι. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο αισθανθήκαμε μία ζεστασιά και ασφάλεια περιτριγυρισμένοι από ντόπιους που ανάλογη δεν είχαμε νιώσει σε κάποια άλλη χώρα μέχρι στιγμής. Οι ιστορικές μας γνώσεις περιορίζονταν στον πόλεμο στις αρχές του ’90 και την επακόλουθη διάσπαση της μεγάλης Γιουγκοσλαβίας και τους αμέτρητους Σέρβους, Βόσνιους, Κροάτες, Μαυροβούνιους και πάει λέγοντας που αγωνίζονται στα εθνικά μας πρωταθλήματα. Μέχρις εκεί έφτανε το μυαλουδάκι μας, διάβασμα ιδιαίτερο δεν είχαμε κάνει και κάπως έτσι νιώθαμε την κάθε συναναστροφή και επικοινωνία αγνή και αθώα χωρίς ίχνος πονηριάς και υστεροβουλίας.

Την Παρασκευή (30/01) ο καιρός μας έκανε το χατήρι και έβγαλε τόσο ήλιο όσο χρειαζότανε για να σπάσει το τσουχτερό κρύο και να μπορέσουμε να κάνουμε τη βόλτα μας σε ορισμένα αξιοθέατα της πόλη. Ξεκινήσαμε με μία επίσκεψη σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο οποίο τα SS έκαναν τα γνωστά αίσχη. Συγκίνηση, αποτροπιασμός, συμπόνοια είναι μερικά από τα συναισθήματα που βγήκαν στην επιφάνεια παρ’ όλο το μέγεθος του στρατοπέδου, το οποίο ήταν σχετικά μικρό για τα δεδομένα της πόλης αλλά και των δυνάμεων κατοχής της εποχής. Η Σερβία είχε καταφέρει να αντισταθεί κι αυτή στις δυνάμεις του άξονα αλλά όχι για πολύ, ακολουθώντας τη μοίρα όλων των χωρών που τελικά υποτάχθηκαν. Ξεπερνώντας το σοκ της ναζιστικής βαρβαρότητας, συνεχίσαμε τον περίπατο στο κάστρο της πόλης. Ωραία βόλτα εν μέσω χειμωνιάτικης λιακάδας με το πάρκο εντός των τειχών να προσφέρεται για αρκετές δραστηριότητες από τρέξιμο μέχρι θεατρικές εκδηλώσεις. Πήραμε το χρόνο μας, το περπατήσαμε σχεδόν όλο κουβεντιάζοντας παράλληλα για τη συνέχεια του ταξιδιού και κάπως έτσι καταλήξαμε πίσω στο κέντρο της πόλης. 


Vladimir ανήκε σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων.."

Η πείνα είχε χτυπήσει κόκκινα και κάπου εκεί ήταν ώρα να δοκιμάσουμε το τοπικό φαγητό δρόμου το οποίο ονομάζεται pljeskavica και είναι μία σέρβικη παραλλαγή του hamburger. Το μπιφτέκι και το ψωμάκι βέβαια στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι φρεσκοζυμωμένα και τεραστίων διαστάσεων (το μπιφτέκι είναι 200 gr) ενώ οι επιλογές για να το γεμίσεις απλά αμέτρητες. Η τιμή του είναι σχεδόν εξευτελιστική καθώς η απλή εκδοχή του κοστίζει ένα μόλις ευρώ και δε θα ξεπεράσει τα 2,50 ακόμα κι αν δεν μπορείς να το  κλείσεις από τα πολλά έξτρα! Χορτάτοι πλέον, πήγαμε για ένα καφεδάκι στο Vespa Bar, λίγο αργότερα γυρίσαμε στο hostel για ξεκούραση για να επιστρέψουμε εκ νέου στο Bar και να πιούμε τις μπύρες μας. Αν πούμε ότι ο κόσμος, η μουσική και το τσιγάρο εντός μας θύμισαν Ελλαδίτσα, δε θα υπερβάλλουμε καθόλου.


Ωραία η Nis για δύο βραδιές και ίσως για περισσότερο αλλά κάπου εκεί κρίναμε ότι θέλαμε να προχωρήσουμε προς Βελιγράδι. Σάββατο πρωί (31/01), αφού πρώτα περάσαμε να χαιρετήσουμε τον Dejan από το cafe, έπειτα συνεχίσαμε βόρεια προς την πρωτεύουσα. Ο καιρός ήταν φανταστικός κυρίως για τον Θάνο, ο οποίος έδειχνε να το απολαμβάνει ιδιαίτερα και μετά από περίπου 240 χλμ, νωρίς το απόγευμα φτάσαμε στην πόλη. Το σαφάρι για το hostel που είχε σημειωμένο ο Θάνος δεν διήρκεσε πολύ και αφού το εντοπίσαμε, παρκάραμε τη Χαρά και βγήκαμε για τσάρκα. Τελικά καταλήξαμε να φάμε σε κινέζικο το οποίο ήταν αρκούντως ικανοποιητικό. Στην επιστροφή, είχε πέσει -όπως πάντα- η πρωτοποριακή ιδέα για μπύρες και κάπου εκεί τα μεγάλα πνεύματα συναντήθηκαν. Ένας άλλος Σέρβος βεσπάκιας ονόματι Dejan που ήξερε για την άφιξη μας και είχε βγει βεσποβόλτα στο κέντρο, έπεσε πάνω μας εντελώς τυχαία σε ένα φανάρι. Αφού έριξε μερικά γαλλικά στον Θάνο που δεν τον είχε ενημερώσει επακριβώς για το πρόγραμμά μας, μας πήρε και πήγαμε σε ένα νέο εστιατόριο/bar που είχε ανοίξει στην πόλη. Ο Βελιγραδιώτης Dejan είναι μεγαλοστέλεχος σε μία πολυεθνική και παράλληλα μανιώδης βεσπάκιας ο οποίος φυσικά και έχει επισκεφτεί τη χώρα μας αρκετές φορές. Ταξιδιάρηδες όλοι μας, δε χορταίναμε να ανταλλάσσουμε εμπειρίες, εικόνες, συμβουλές και απόψεις ενώ δε χάσαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε τον έτερο βεσπάκια Στέργιο, ο οποίος εκείνη την περίοδο ότι είχε πετάξει από Νότια Αφρική για Αργεντινή μαζί με τη φίλη του.

Την Κυριακή (1/2) ο καιρός ήταν χαλιά αλλά δεν ήταν αρκετός να μας κρατήσει μέσα. Ο Dejan μας έβγαλε έξω για φαγητό ενώ η συνέχεια περιελάμβανε καφέ και συνάντηση με τον δικό μας φίλο, το Vladimir. Ο αγαπημένος μας φίλος ήρθε και μας βρήκε. Όλοι μας κάναμε σαν μικρά παιδιά και η χαρά δεν περιγραφόταν που μετά από σχεδόν 3 χρόνια τα λέγαμε ξανά από κοντά. Κατά την αφρικανική μας διαδρομή (άσχετα αν τα παιδιά τα είχαμε γνωρίσει στην Ισπανία) φτάσαμε να γνωρίσουμε, να καλοπεράσουμε και τελικά να αποχαιρετήσουμε πολύ κόσμο. Άλλοι ταξίδευαν ενώ άλλοι απλά ήταν μόνιμοι κάτοικοι και εμείς περαστικοί. 


Ο Vladimir ανήκε σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που είχαμε περάσει καλά στη σύντομη γνωριμία μας, που σπάνια τα λέγαμε όσο ήμασταν στο δρόμο αλλά που βαθιά μέσα μας ξέραμε ότι δεν βγήκαμε ποτέ από το πίσω μέρος του κεφαλιού του όπως κι αυτός δεν βγήκε ποτέ από το δικό μας. Απόδειξη ότι είχε κρατήσει στο πορτοφόλι του το στικεράκι που δίνουμε σε όλους όσους αποχαιρετούμε και θέλουμε να έχουν κάτι δικό μας. Ο φίλος μας είχε ξεμπερδέψει με τις σπουδές και τις ειδικότητες και εργαζόταν σε δημόσιο νοσοκομείο. Μισός Σέρβος μισός Κροάτης, παιδί μάλαμα ο Vladimir, άρρωστος ΠΑΟΚτζης με τακτικές επισκέψεις στη συμπρωτεύουσα για μπάλα και συνεπακόλουθες κραιπάλες, περνούσε μαζί με την κοπέλα του -επίσης γιατρό- πολλές ώρες στο νοσοκομείο, ανήκοντας στην ανερχόμενη μεσαία τάξη της Σερβίας με ότι αυτό συνεπάγεται. Η ώρα είχε περάσει και οι φίλοι μας εργάζονταν αμφότεροι την επομένη. Τους καληνυχτίσαμε και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την επόμενη φορά που θα ήταν διαθέσιμοι.


Οι επόμενες δύο ημέρες (2-3/2) κύλησαν με πολύ τουριστοπερπάτημα στην πόλη. Περιδιαβήκαμε την Knez Mihailova, κεντρική εμπορική οδό εφάμιλλη της αθηναϊκής Ερμού, κάναμε μία βόλτα στο Kalemegdan, το κάστρο της πόλης το οποίο όμως μάλλον το ξεπετάξαμε χωρίς να εστιάσουμε σε ιστορικά στοιχεία και λεπτομέρειες, φωτογραφίσαμε τα εναπομείναντα κτήρια με εμφανή τα σημάδια από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, τα οποία στέκουν αγέρωχα να θυμίζουν σε όλους το παρελθόν, διασχίσαμε τον Σάβα, παραπόταμο του Δούναβη από μία γέφυρα η οποία αργότερα μάθαμε ότι είναι μόνο για αυτοκίνητα (και μεις απορούσαμε γιατί δεν έχει πεζοδρόμιο!)  καταλήγοντας να περπατούμε από την πλευρά του Νέου Βελιγραδίου, νεοανερχόμενης περιοχής γεμάτη μοντέρνα κτήρια, οργανισμούς, εμπορικά και οικιστικά συγκροτήματα έτοιμα να καταβροχθίσουν την ανερχόμενη αστική τάξη.


Είναι πανέμορφο το Βελιγράδι, είναι σύγχρονο και ταυτόχρονα παραδοσιακό, είναι μελαγχολικό, είναι νεανικό, είναι μία πόλη που αξίζει να επισκεφτείς ενώ οι άνθρωποι του απλά προσδίδουν περισσότερη ομορφιά και ενδιαφέρον. Η λίστα των πραγμάτων που πρέπει να κάνει ο επισκέπτης περιλαμβάνει μία γνωριμία και βόλτα με έναν Βελιγραδιώτη και εμείς είχαμε φίλο-αδερφό. Το βράδυ της Δευτέρας ήταν η σειρά του Vladimir να μας κυκλοφορήσει στο Zemun, τη γειτονιά του και τα στέκια του. Αφού μας έκανε μία τεράστια βόλτα με το υπερσύγχρονο Opel Astra του '90, καταλήξαμε για pljeskavica. Την τελευταία μας βραδιά στην πρωτεύουσα την περάσαμε στο hostel του Θάνου παρέα με τους Σέρβους φίλους οι οποίοι πέρασαν να μας αποχαιρετήσουν και τους θερμοευχαριστήσαμε για τη φιλοξενία, τις βόλτες και τα αμέτρητα κεράσματα!
 
Την Τετάρτη (4/2) δεν βιαστήκαμε να σηκωθούμε, φάγαμε πρωινό και κατά τις 12 το μεσημέρι ξεκινήσαμε να περάσουμε τα σύνορα. Προορισμός η Ουγγαρία και το Ballószög, ένα μικρό χωριό λίγο έξω από το Kecskemét. Πριν όμως φτάσουμε στα σέρβικα σύνορα, η vespa άρχισε να κάνει νερά και υποθέσαμε ότι μάλλον είχε αρπάξει κρυολόγημα! Ο Θάνος παραπονιόταν ότι έσβηνε είτε εν κινήσει είτε στο ρελαντί και πραγματικά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε το λόγο. Σταματήσαμε επάνω στην εθνική και ο Λαρισαίος αποφάσισε να της αλλάξει μπουζί σε μία προσπάθεια να αρχίσει να αποκλείει λόγους και αιτίες που θα μπορούσαν να προκαλούν το σβήσιμο. Η βεσπούλα σιγά σιγά πήρε τα πάνω της και μέχρι την επόμενη στάση δεν έκανε κιχ. Στα σύνορα, οι Σέρβοι μας έγνεψαν αντίο χωρίς μάλιστα να βάλουν σφραγίδα εξόδου στα διαβατήρια, πράγμα που μας έκανε τρομερή εντύπωση και συνέβαινε πρώτη φορά σε οδικό πέρασμα.

Μετά το 10ημερο βαλκανικό διάλειμμα, σε ΠΓΔΜ και Σερβία, μπαίναμε ξανά σε έδαφος Ευρωπαϊκής Ένωσης πράγμα που κυρίως οι ταξιδιώτες αλλά και οι χιλιάδες Ευρωπαίοι οικονομικοί μετανάστες μπορούν να εκτιμήσουν δεόντως. Οι θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ για ελεύθερη μετακίνηση πολιτών, αγαθών, υπηρεσιών και χρήματος που επί της ουσίας έχουν συμβάλει στην τεράστια οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο της ηπείρου συνολικά και σε βάθος χρόνου, ακόμα φαντάζουν άπιαστες σε αντίστοιχες περιπτώσεις χωρών που εδώ και δεκαετίες προσπαθούν να εξομαλύνουν τις διεθνείς τους σχέσεις και εμπορικές συναλλαγές με επικρατέστερο παράδειγμα τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συντηρούν ακόμα σύνορα, στρατό και τελωνεία στα κατά τόπους οδικά περάσματα ενώ η χρήση διαβατηρίου και άδειας εργασίας είναι απαραίτητη για τη μετακίνηση ή/και εργασία των πολιτών των δύο χωρών. Δεν το λες και μικρό πράγμα!





ΟΥΓΓΑΡΙΑ (Τετάρτη 4 – Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015)

Οι πινέζες μας: Ballószög, Budapest 


Η είσοδος σε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν τόσο ανεπαίσθητη όσο ήταν και η έξοδος από την Ελλάδα. Ένας τυπικός και γρήγορος έλεγχος διαβατηρίων μόνο και μόνο γιατί μπαίναμε από χώρα που δεν ανήκει στην Ένωση σφράγιζε την είσοδό μας στην Ουγγαρία και όλο κι όλο μας πήρε λιγότερο από 5 λεπτά. Επόμενη στάση μερικά μέτρα πιο κάτω για την προμήθεια ουγγρικής βινιέτας και έτοιμοι για να εξερευνήσουμε άλλη μία χώρα. Η βινιέτα -για όποιον τυχαίνει να μη γνωρίζει- επί της ουσίας είναι ένα είδος εισιτηρίου για την κυκλοφορία στους αυτοκινητόδρομους της χώρας εν είδη διοδίου και το κόστος της εξαρτάται από την χρονική περίοδο που επιθυμείς να κυκλοφορείς στους δρόμους. Αντί δηλαδή να εγκαταστήσουν διόδια κάθε 100 χιλιόμετρα και να απασχολούν δεκάδες υπαλλήλους (τι μου θυμίζει άραγε;), σε αναγκάζουν να πληρώσεις προκαταβολικά το ανάλογο κόμιστρο. Και τέλος! Ανάλογο σύστημα εφαρμόζει η Σλοβακία, η Αυστρία κλπ. 

Αφού ξεμπερδέψαμε με τη βινιέτα και ενώ πλέον είχε σκοτεινιάσει για τα καλά και ο υδράργυρος φλέρταρε με υπό το μηδέν θερμοκρασίες, συνεχίσαμε προς τον τελικό μας προορισμό, το Ballószög. Εκεί θα συναντούσαμε ένα παλικάρι με τον οποίο θα γνωριζόμασταν πρώτη φορά. 


"Καλή αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο."

 
Ήδη από τον περασμένο Ιούνιο και ενώ ήμασταν ακόμα στην Ίο, μελετούσαμε την ναυτιλιακή μεταφορά του μελλοντικού μας οχήματος. Στην προσπάθειά μας να περιορίσουμε το κόστος και ακολουθώντας συνήθεις ταξιδιωτικές πρακτικές, αναρτήσαμε αγγελία σε διεθνές ταξιδιωτικό φόρουμ αναζητώντας συντροφιά για τη Χαρά (άσχετα αν ακόμα δεν την είχαμε πάρει) επεξεργαζόμενοι το σενάριο συμφόρτωσης σε κοντέινερ. Ο Rolland, το παλικάρι από το εν λόγω χωριό, είχε επικοινωνήσει και είχαμε συμφωνήσει να φορτώσουμε μαζί τα οχήματά μας. Ένεκα που η Ουγγαρία ήταν στο δρόμο μας και ένεκα που εμείς ψοφάμε για παρακάμψεις και γενικότερα μέρη που ποτέ δεν θα επισκεπτόμασταν αν δεν υπήρχε κάποιος λόγος, είχε έρθει η ώρα να γνωριστούμε και από κοντά.


Ο Rolland είναι μηχανικός και ειδικεύεται στις Harley Davidson ενώ παράλληλα ασχολείται με πάσης φύσεως μετατροπές, μετασκευές και κατασκευές γύρω από τις μηχανές custom από τρέιλερ μέχρι χειροποίητα τιμόνια, σέλες κλπ. Καλλιτέχνης από τους λίγους είναι το λιγότερο που έχουμε να πούμε μιας και είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε επί το έργω. Παράλληλα, έχει κάνει ένα μεγάλο ταξίδι προς Καζακστάν και πίσω, για το οποίο μάλιστα έχει εκδώσει και βιβλίο το οποίο έτυχε θερμής υποδοχής από το ουγγρικό κοινό και ιδιαίτερα την μοτοσυκλετιστική κοινότητα.

Αργά το βράδυ της Τετάρτης (4/2), φτάσαμε τελικά στο Ballószög και με τη βοήθεια της αστυνομίας(!), καταφέραμε να βρούμε το σπίτι του. Η βραδινή περίπολος του τοπικού αστυφύλακα συνδυάστηκε εξαιρετικά με το γεγονός ότι εμείς είχαμε χαθεί μέσα στους χωματόδρομους. Αμφότεροι ξαφνιαστήκαμε με το τυχαίο συναπάντημα αλλά μόλις αυτός βεβαιώθηκε ότι οι ξένοι στη γειτονιά του έχουν καλές προθέσεις και εμείς με τη σειρά μας βεβαιωθήκαμε ότι απλά είχε τρομάξει και δεν είχε καμία πρόθεση για εξακρίβωση στοιχείων και πάει λέγοντας, στην ερώτησή μας που μπορούμε να βρούμε το σπίτι του Rolland, ευγενικότατα μας οδήγησε στην πόρτα του. Ο καημένος ο Rolland τρόμαξε όταν είδε τον αστυφύλακα στην πόρτα του αλλά λίγο αργότερα βεβαιώθηκε κι αυτός ότι κανείς μας δεν είχε κακό σκοπό. Όλοι μας ήμασταν πολύ κουρασμένοι και κυρίως ο Θάνος. Φάγαμε πρόχειρα μία ομελέτα που μας έφτιαξε η μητέρα του Rolland, τα είπαμε βιαστικά και ο καθένας πήρε το δρόμο για το κρεβάτι του. 

Την Πέμπτη (5/2) ο Rolland μας πήγε μία βόλτα στην πόλη του Kecskemét για να πάρουμε μία γεύση αλλά και γιατί είχε κάποιες δουλειές. Αφού πήραμε τον αέρα μας, γυρίσαμε πίσω στο συνεργείο όπου ο φίλος μας είχε να παραδώσει αρκετές μηχανές πριν την αναχώρηση και πραγματικά δεν προλάβαινε να ακυρώνει πελάτες. Σύμφωνα με τα email από τη ναυτιλιακή εταιρία, για να φορτώσουμε σε κοντέινερ τη Harley του Rolland και τη Χαρά, χρειαζόμασταν πάνω από 3.000 ευρώ πλέον τα έξοδα στο λιμάνι του Montreal στο οποίο σχεδιάζαμε αρχικά να παραλάβουμε και θα ήταν σίγουρα πάνω από 1.000 ευρώ έκαστος. Τα βάλαμε κάτω και τα κουβεντιάσαμε και τελικά αποφασίσαμε πως ήταν κάτι παραπάνω από ασύμφορο και για τους δύο. Το plan b που είχαμε αμφότεροι στο τσεπάκι μας, έκανε λόγο για φόρτωση σε πλοίο τύπου RORO (οχηματαγωγά πλοία μεγάλων αποστάσεων) το οποίο ναι μεν ήταν κατά πολύ φθηνότερο αλλά το θέμα της ασφάλειας ήταν αυτό που μας απασχολούσε. Για τη φόρτωση στα συγκεκριμένα πλοία, ο ιδιοκτήτης οφείλει να παραδώσει το όχημά του στο λιμάνι κάποιες ημέρες πριν την αναχώρηση και μαζί με αυτό και το κλειδί, όπερ σημαίνει πως την τελική φόρτωση αναλαμβάνει η ναυτιλιακή. Είχαμε ακούσει και διαβάσει αρκετές περιπτώσεις κλοπών σε αντίστοιχες περιπτώσεις είτε το όχημα περίμενε τη σειρά του να φορτωθεί είτε ήταν εν πλω και πραγματικά ήταν ο μοναδικός αποτρεπτικός λόγος για να καταλήξουμε σε αυτή την επιλογή. Η προϊστορία από την μεταφορά του Ζήκου από το Ισραήλ στο Λαύριο με αντίστοιχο πλοίο ήταν κάτι παραπάνω από θετική και δεν είχαμε λόγο να πιστεύουμε το αντίθετο. Τελικά ο κύβος ερρίφθη και η τελική απόφαση ήταν ομόφωνη. Φόρτωση από Bremerhaven τέλη Μαρτίου και παραλαβή στο Halifax δύο εβδομάδες αργότερα με RORO. Το εν λόγω σχέδιο συμπεριελάμβανε μία ακόμα πτήση από Toronto για Halifax κάτι που θα επιβάρυνε μεν αλλά όχι τόσο πολύ το συνολικό κόστος της μεταφοράς και τελικής παραλαβής της Χαρούλας στον Καναδά. Το μοναδικό που εκκρεμούσε πλέον ήταν η συνεννόηση με τη ναυτιλιακή κάτι το οποίο αναλάβαμε να οργανώσουμε εμείς κρατώντας φυσικά ενήμερο το νέο μας φίλο και συνταξιδιώτη. Οι συζητήσεις έγιναν σε άψογο κλίμα παρ’ όλο που δεν γνωριζόμασταν καν αφού όλοι μας είχαμε στο μυαλό μας πως θα συνεχίσουμε το ταξίδι στην αμερικάνικη ήπειρο και τίποτε περισσότερο ενώ και η φιλοξενία ήταν εξαιρετική την οποία, λόγω κρύου, παρατείναμε μία ακόμα ημέρα. Ο βεσπάκιας της παρέας ξερογλειφόταν και αν δεν ήταν τα άτιμα τα τάλαρα, σίγουρα θα μας ακολουθούσε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τον Rolland αποχαιρετήσαμε τελικά το Σάββατο (7/2) ανανεώνοντας το ραντεβού μας για τέλη Μάρτη κάπου στη Γερμανία. Επόμενος σταθμός: Budapest. Την ουγγρική πρωτεύουσα είχαμε επισκεφτεί και οι τρεις τουλάχιστον 8-10 χρόνια πριν (ο καθένας με άλλη παρέα φυσικά αφού πριν 10 χρόνια κανείς δεν γνώριζε κανένα) και είχαμε και οι τρεις ακριβώς την ίδια άποψη. Καλή αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο. Όλοι είχαμε αποκομίσει μέτριες εντυπώσεις και χωρίς τρελό ενθουσιασμό οδηγήσαμε περίπου 85 χιλιόμετρα μέχρι το κέντρο της πόλης και το hostel που είχαμε στις σημειώσεις μας. Αφού βολευτήκαμε όλοι μας (το δικό μας βόλεμα πάντα ήταν να παρκάρουμε κάπου ασφαλή, ει δυνατόν φτηνά ή εντελώς δωρεάν και όσο πιο κοντά γινόταν στο hostel που έμενε ο Θάνος), γραμμή για φαγητό και -τι άλλο- μπύρες!

Αν για ένα πράγμα φημίζεται το αποκαλούμενο και ως Παρίσι της Ανατολής, είναι τα θερμά ιαματικά λουτρά (ή spa) τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στην πόλη και είναι ιδιωτικά ή δημόσια. Κανείς μας δεν είχε πάει κατά την πρώτη του επίσκεψη και έτσι ομόφωνα αποφασίσαμε να κάνουμε μία ομαδική κρούση. Ένεκα που ο υδράργυρος πιο χαμηλά δεν πήγαινε και ένεκα που το πορτοφόλι μας δεν άντεχε κάποιο ακριβό ιδιωτικό spa, τελικώς το μπάνιο μας πήραμε στα δημόσια Kiraly spa. Ότι και να πούμε, όσο και να προσπαθήσουμε να το περιγράψουμε, δεν θα καταφέρουμε να αποδώσουμε στο έπακρο το απόλυτο της απόλαυσης. Το συγκεκριμένο spa είχε 7 πισίνες με ιαματικά νερά γεμάτα θείο και άλλα μέταλλα (από πολύ καυτό μέχρι αρκετά κρύο νερό σε κάθε πισίνα), σάουνα, χαμάμ και τζακούζι. Αν όλα αυτά τα συνδυάσεις με εξωτερική θερμοκρασία περίπου 2 βαθμούς, κάπου εκεί οι αισθήσεις παραμιλούν, η πραγματικότητα φλερτάρει με τις όποιες φαντασιώσεις και οι μικρές δόσεις χαλάρωσης ισοδυναμούν με μικρές εκρήξεις ηδονής. Αργά το απόγευμα επιστρέψαμε σχεδόν εξαντλημένοι στο hostel ονειρευόμενοι το κρεβάτι μας και μόνο. 


Την Δευτέρα (9/2) αποφασίσαμε να την αφιερώσουμε σε τουριστοπερπάτημα στην πόλη και δε θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερη επιλογή από το να ακολουθήσουμε τους «Δωρεάν περιπάτους με ξενάγηση» (ή free walking tours) που υπήρχαν στην πόλη. Τη συγκεκριμένη δραστηριότητα προσφέρει μη κερδοσκοπικός οργανισμός ο οποίος βασίζει τα έσοδα του αποκλειστικά στις δωρεές από τους τουρίστες που συμμετέχουν ενώ παρόμοιες πρωτοβουλίες υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη. Ο περίπατος στη δική μας περίπτωση κράτησε περίπου 3 ώρες με διάφορες στάσεις στα κατά τόπους σημεία ενδιαφέροντος και μνημεία ενώ ο ξεναγός μας ήταν ένας πολύ ευχάριστος Ούγγρος, ο Andrew, ο οποίος μιλούσε εξαιρετικά αγγλικά, είχε τρομερή αίσθηση του χιούμορ και μας προσέφερε μία πλούσια ξενάγηση με πολλές αλλά όχι κουραστικές ιστορικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές αναφορές. Ξεκινώντας από την Πέστη (για όσους δεν γνωρίζουν ο Δούναβης, χωρίζει την πρωτεύουσα στη Βούδα και την Πέστη με την πρώτη να είναι χτισμένη στο λόφο και να αποτελεί προάστιο των πλουσίων και τη δεύτερη να περικλείει το αστικό κέντρο, τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους και τις χαμηλότερες εισοδηματικά τάξεις), ο ξεναγός μας περπάτησε στις όχθες του ποταμού, μας γύρισε στην Βασιλική του Αγίου Στεφάνου, τη μεγαλύτερη καθολική εκκλησία της πόλης, εν συνεχεία διασχίσαμε τη Γέφυρα των Αλυσίδων περνώντας στη Βούδα και ανεβήκαμε το λόφο μέχρι το βασιλικό παλάτι και το κάστρο της Βούδας για να θαυμάσουμε από ψηλά την Πέστη καθώς λουζόταν αρχοντικά από τα νυχτερινά φώτα. 

Γεμάτη ημέρα με πολλές πληροφορίες, απίστευτο κρύο για να κάνεις περίπατο αλλά ικανή να μας αλλάξει εξολοκλήρου γνώμη για την πόλη την οποία δεν είχαμε σε τεράστια εκτίμηση πριν φτάσουμε και την οποία μάλιστα σχεδιάζαμε να προσπεράσουμε εν μία νυκτί. Ο ξεναγός μάλιστα μας επιβεβαίωσε την τεράστια αλλαγή που είχε συντελεστεί τα τελευταία δέκα χρόνια στην πρωτεύουσα, οι αρχές της οποίας επένδυαν πολλά από τα κοινοτικά κονδύλια σε πάσης φύσεως αναστηλώσεις, αναδομήσεις και ανακαινίσεις διατηρώντας το απαράμιλλο στυλ της μαγυάρικης μεγαλούπολης και προσελκύοντας διαρκώς όλο και περισσότερους επισκέπτες.

Η Τρίτη (10/2) ήταν ημέρα χαλάρωσης αν και ο καιρός παρέμεινε μουντός, ψυχρός και άκεφος. Το πρωί κάναμε τα ψώνια μας σε ένα από τα Praktiker της Βουδαπέστης αφού στη μέχρι τώρα πορεία μας είχαμε διαπιστώσει ελλείψεις ή μικρές διορθώσεις που έπρεπε να γίνουν στο κυρίως διαμέρισμα της Χαρούλας. Μερικοί σύρτες, μεντεσέδες, ένα στοπ για το ντουλάπι της κουζίνας που συνεχώς άνοιγε στις απότομες δεξιές στροφές και άλλος ένα αφυγραντήρας για την αντιμετώπιση της βραδινής υγρασίας που προκαλείτο από τη διαφορά θερμοκρασίας εντός της καμπίνας, βρήκαν τη θέση τους και από δω και στο εξής θα μας έκαναν τη ζωή λιγάκι πιο εύκολη. Παρ’ όλη τη μελέτη και έρευνα που είχαμε κάνει πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την μετατροπή/κατασκευή, πολλά πράγματα δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν αν δεν βγαίναμε στο δρόμο και δεν ζούσαμε εντός του βαν. Ειδοποιός διαφορά ήταν και είναι ότι η συγκεκριμένη μετατροπή καλείται να υποστηρίξει μεγάλες διαδρομές, διαφορετικά τερέν και χώρες και φυσικά μακροπρόθεσμη διαμονή εντός του βαν. Κοινώς, δεν πάμε για κάμπινγκ δύο εβδομάδες τον Αύγουστο και ούτε θα έχουμε μελλοντικά την πολυτέλεια να προσθέτουμε-επισκευάζουμε-αντικαθιστούμε κάτι στην αυλή του σπιτιού μας οπότε κάθε φορά που υπάρχει η ευκαιρία να διορθώνονται ή να βελτιώνονται μικρές ή μεγάλες λεπτομέρειες, βλάβες ή απλές προσθήκες, τότε απλά την αρπάζουμε από τα μαλλιά.


Μετά τα ψώνια, συναντηθήκαμε με τον βεσπάκια στην κεντρική κλειστή αγορά της Βουδαπέστης. Σε αυτή την αγορά, κυριολεκτικά μπορούσες να ψωνίσεις και του πουλιού το γάλα με περισσότερη έμφαση βέβαια να δίνεται στα φρέσκα λαχανικά και κρέατα, στα ουγγρικά σαλάμια φυσικά και στο έτοιμο φαγητό. Εκεί ήταν που δοκιμάσαμε το langos, το τοπικό φαγητό δρόμου και γλύφαμε και τα δάχτυλα των ποδιών. Τι εστί langos; Κάτι μεταξύ τηγανίτας αλλά με γεύση πιο κοντινή στο λουκουμά στην οποία μπορείς να προσθέσεις οτιδήποτε βάζει ο νους σου με τη βασική έκδοση πάντως να περιορίζεται σε sour cream με τριμμένο σκληρό τυρί. Πάρτι χοληστερίνης επί της ουσίας αλλά γευστικό και χορταστικό την ίδια στιγμή είναι το συγκεκριμένο «βρώμικο» ενώ παράλληλα δεν ξεφεύγει από τον γενικό κανόνα τη ουγγρικής κουζίνας η οποία εστιάζει στο μαγείρεμα με λαρδί, λίπος ή βούτυρο και περιλαμβάνει κυρίως χοιρινό, πατάτες και διάφορα λαχανικά εποχής. Το κρύο ήδη από την Σερβία είχε αρχίσει να γίνεται αρκετά έντονο (πάντα μιλάμε για θερμοκρασίες από 3 έως 9 το πολύ την ημέρα και κάτω από 1-2 το βράδυ) και κάπως έτσι εξηγείται γιατί η ουγγρική κουζίνα, σε αντίθεση με πιο βόρειους λαούς όπως οι Άγγλοι για παράδειγμα που έχουν ως επίσημο φαγητό τα fishnchips και οι Γερμανοί τα λουκάνικα και το ξινό λάχανο, είναι τόσο παχυντική αλλά ταυτόχρονα γευστική και ζουμερή με πολλές επιλογές (με τη λογική ότι όσο πιο απαγορευμένο, τόσο πιο νόστιμο).


Η ημέρα κύλισε με μία βόλτα μέχρι το Ουγγρικό Κοινοβούλιο του οποίου ο αντικατοπτρισμός στον Δούναβη την ημέρα και ο βραδινός φωτισμός το βράδυ, μονοπωλούν στις περισσότερες φωτογραφίες των επισκεπτών, και τελικά καταλήξαμε για μπύρες κάνοντας πρόχειρα πλάνα για τη συνέχεια του ταξιδιού για τα οποία ο κύριος προβληματισμός ήταν ο καιρός, η κατάσταση των δρόμων και ο προγραμματισμός της συνάντησης με τον Ghislain αυτή τη φορά κάπου στην Πολωνία όπου εργαζόταν. Μέχρι στιγμής, παρ’ όλο που έκανε πολύ κρύο για κάποιον που ταξιδεύει με μηχανή, ο καιρός θα λέγαμε ότι μας είχε κάνει το χατήρι καθώς είχε βρέξει μόνο 1-2 φορές καθ’ οδόν, χιόνι δεν είχαμε δει ούτε με κιάλια ενώ και ο ύπνος εντός της Χαράς ήταν αρκούντως ζεστός και απολαυστικός. Παρ’ όλο που δεν είχαμε εγκαταστήσει κάποιο μέσο θέρμανσης, τα sleeping bag που μας είχε χαρίσει η φίλη μας η Δήμητρα σε συνδυασμό με μία κουβέρτα με επένδυση από μαλλί merinos ήταν κάτι παραπάνω από αρκετά, ανεξάρτητα από την εξωτερική θερμοκρασία, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πέσει κάτω από τους -2 -3 βαθμούς. Σε δοκιμές που είχαμε κάνει στην Ελλάδα τον Γενάρη, είχαμε διαπιστώσει ότι με δύο άτομα εντός, η καμπίνα γινόταν πιο ζεστή κατά περίπου 7 βαθμούς και οφειλόταν κατά κόρον στην θερμοκρασία που εκπέμπει το σώμα μας. Αν τα σκεπάσματα κατάφερναν να διατηρήσουν αυτή τη θερμοκρασία -πράγμα που τελικά συνέβη- θα μπορούσαμε να αντέξουμε τουλάχιστον μέχρι -7 με -10 βαθμούς εξωτερικής θερμοκρασία. Τελικώς, αυτό το κομμάτι της προετοιμασίας-σχεδιασμού «βγήκε» στην πορεία αλλά δεν ξέρουμε πόσο χειρότερα θα μπορούσε να ήταν αν ο χειμώνας ήταν πιο βαρύς. Η Μιλίτσα στα Σκόπια και οι Vladimir και Dejan στο Βελιγράδι μας είχαν επισημάνει πόσο ήπιος ήταν ο φετινός χειμώνας χωρίς ιδιαίτερες χιονοπτώσεις, οπότε μάλλον τυχεροί σταθήκαμε και μεις και ο Θάνος και τα οχήματά μας, τα οποία καταπονήθηκαν πολύ λιγότερο με δεδομένες τις πραγματικές θερμοκρασίες και το περιορισμένο ψύχος.


Την Τετάρτη (11/2), μία ηλιόλουστη Βουδαπέστη μας αποχαιρετούσε σπρώχνοντας μας βόρεια προς Πολωνία μέσω Σλοβακίας. Μέχρι στιγμής, η Μαυριτανία ήταν η πιο σύντομη χώρα σε αυτό το ταξίδι με παραμονή 4 ημέρες και 3 νύχτες αλλά ακόμα κι αυτά τα ασήμαντα στατιστικά τείνουν να αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου. Η Σλοβακία λοιπόν πήρε τα πρωτεία και τον τίτλο της πιο σύντομης διάσχισης -ή παραμονής αν θέλετε- από την Μαυριτανία με συνολικό χρόνο 3 μόλις ώρες. Τόσο χρειαστήκαμε για να διασχίσουμε τη χώρα και από τα ουγγρικά σύνορα να καταλήξουμε στα πολωνικά. Μετά από συμβουλή του Rolland, είχαμε αποφασίσει να κάνουμε στάση στο Zakopane, ένα χιονοδρομικό θέρετρο ακριβώς μετά τα σύνορα Σλοβακίας-Πολωνίας. 

Φυσικά σύνορα, τελωνεία και φυλάκια δεν υπήρχαν και κάπως έτσι το κοντέρ μετρούσε μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Αλιβέρι ενώ στα ταξιδιωτικά μας ημερολόγια προσθέταμε άλλη μία χώρα και ταυτόχρονα άλλη μία εμπειρία. Φυσικά και από την Σλοβακία δεν αποκομίσαμε απολύτως τίποτα και δεν έχουμε να θυμόμαστε κάτι συγκεκριμένο παρά μόνο μία στάση σε ένα βενζινάδικο για κολατσιό και ξεκούραση. Παρ’ όλα αυτά, το χιόνι έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στο τοπίο και άλλη μία πρόκληση ερχόταν να προστεθεί στο ταξίδι μας. Οι δρόμοι ασφαλώς και ήταν ανοιχτοί και καθαροί αλλά η νύχτα και η παγωνιά έκρυβαν κινδύνους και δυσκολίες που έπρεπε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε τόσο εμείς όσο και ο μοτοσικλετιστής της παρέας.




ΠΟΛΩΝΙΑ (Τετάρτη 11 – Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015)

 Οι πινέζες μας: Zakopane, Krakow, Sochaczew, Poznan 




Ο δρόμος που υπήρχε στον χάρτη και μας υποδείκνυε και το GPS για τη μετάβαση από τη Σλοβακία στην Πολωνία ήταν επαρχιακός και μέσα από μικρά χωριουδάκια πνιγμένα στο χιόνι και το έλατο -που βέβαια καμία σχέση δεν είχαν με τις Άλπεις- μπήκαμε στην όγδοη μεγαλύτερη χώρα σε έκταση της Ευρώπης. Μετά από περίπου μία ώρα φτάσαμε στο Zakopane και ένα αλησμόνητο σαφάρι πάρκινγκ για εμάς και hostel για το Θάνο ξεκίνησε. Το μέρος είχε κατακλυστεί από χιλιάδες επισκέπτες, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν ντόπιοι ενώ κάποια αργία που μας διέφευγε έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Χωριστήκαμε, χαθήκαμε, παιδευτήκαμε, η Χαρά κάποια στιγμή έχασε την ελάχιστη πρόσφυση που προσέφεραν τα τρακτερωτά ελαστικά της και σε μία προσπάθεια να παρκάρουμε, αρχίσαμε τελικά να γλιστράμε στον πάγο. Στη Αράχοβα δεν έχουμε πάει καθώς δεν είμαστε των χειμερινών σπορ αλλά μπορούμε να φανταστούμε τι θα γίνεται μία ηλιόλουστη μέρα με άφθονο φρέσκο χιόνι και χιλιάδες λάτρεις του βουνού να παρελαύνουν πάνω κάτω. Κάτι τέτοιο ίσχυε και στην περίπτωση του Zakopane με τα hostel και ξενοδοχεία να είναι όλα κλεισμένα και το πάρκινγκ να απαγορεύεται παντού ή όπου επιτρεπόταν να είναι επί πληρωμή. Και μεις φυσικά να είμαστε από απροετοίμαστοι έως εντελώς άσχετοι στο που είχαμε καταλήξει να περάσουμε τη βραδιά. 


Μετά από δύο ώρες και άπειρους κύκλους, εμείς καταλήξαμε σε ένα πάρκινγκ λεωφορείων, στο οποίο ήταν η πρώτη φορά που πληρώσαμε για πάρκινγκ/διανυκτέρευση και ο Θάνος με τα πολλά, τελικά κατάφερε να βρει κρεβάτι για μία βραδιά. Κουρασμένοι, παγωμένοι και πεινασμένοι αναζητήσαμε ένα ζεστό μέρος όπου θα μπορούσαμε να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας. Βρήκαμε να είναι της μόδας εστιατόρια τα οποία προσέφεραν μπουφέ και χρέωναν με το κιλό οπότε και είπαμε να τα προτιμήσουμε. Αυτό ήταν! Φάγαμε, ήπιαμε τις μπύρες μας και ήρθαμε στα ίσα μας. Χορτάτοι λοιπόν βγήκαμε για βραδινή βόλτα στο χιονισμένο Zakopane. Φευ! Το χιόνι έφτανε μέχρι το γόνατο, ο κόσμος ήταν ασφυκτικά πολύς, το κρύο απάλευτο και η κούραση μαζεμένη και μεγάλη. Κάπου εκεί ο καθένας πήρε την άγουσα προς το κρεβάτι του με τη βόλτα να αναβάλλεται για την επομένη. 

Την Πέμπτη (12/2) ο καιρός μας έκανε το χατήρι και ο ήλιος ξημέρωσε με χαμόγελο στα χείλη. Παρ’ όλη την τουριστική κίνηση, δε θέλαμε να φύγουμε τόσο νωρίς από το χωριό και αποφασίσαμε να μείνουμε άλλη μία μέρα. Στις σύντομες συναναστροφές μας (εμείς με τον παρκαδόρο και ο Θάνος με τον ρεσεψιονίστ και αμφότεροι με τους εστιάτορες) παρατηρήσαμε ότι οι άνθρωποι ήταν αγενείς, απρόσιτοι και αδιάφοροι μη ξεφεύγοντας από τον κανόνα που θέλει όλα τα πολυσύχναστα τουριστικά μέρη να λειτουργούν σαν μηχανές ανακύκλωσης με την προτεραιότητα να δίνεται στο πως θα μαζέψουμε όσα περισσότερα μπορούμε και όχι στο πως θα φύγει και ο τελευταίος επισκέπτης γεμάτος από ευχάριστες αναμνήσεις. Έτσι ακριβώς λειτουργούσε η Ίος και οι Νιώτες στο σύνολό τους και επειδή το παράδειγμα και η εμπειρία ήταν πολύ νωπή, δεν μας ξένισε ιδιαίτερα ενώ μας θύμισε ότι τέτοια μέρη και οι άνθρωποι της είναι τα τελευταία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν για να κριθεί μία χώρα στο σύνολό της. Απλά τα προσπερνάς κρατώντας μόνο τα όποια καλά και το Zakopane παραήταν όμορφο για να αφήσουμε κάποιον τυχαίο παρκαδόρο ή κάποιον αδιάφορο ρεσεψιονίστ να μας χαλάσουν το κέφι. 

Περίπατος λοιπόν μέσα στο χιόνι, βαθιές εισπνοές απ’ τα λαχταριστά ψητά που γυρνούσαν αργά αργά στις σούβλες και στις ψησταριές, χάζι στις πίστες του χιονοδρομικού από χαμηλά, βόλτες στις υπαίθριες αγορές γεμάτες δερμάτινα είδη, αξεσουάρ σκι, σκαλιστά χειροποίητα παραδοσιακά τυριά και πάσης φύσεως σουβενίρ και φυσικά αρκετές φωτογραφίες με φόντο λευκό. Ωραία ήτανε τελικά! Το βραδάκι ο Θάνος έμπλεξε με τους συγκάτοικους από το hostel και είδε το Zakopane by night όταν εμείς βρισκόμασταν στο δέκατο έκτο όνειρο και όπως ήταν φυσικό το πάπλωμα του έπεσε λίγο βαρύ τις ελάχιστες ώρες που είχε στη διάθεσή του να ξεκουραστεί.


Ευτυχώς, ο δρόμος μέχρι την Κρακοβία (Krakow) ήταν βατός και σύντομος -μόλις 120 χιλιόμετρα-, η κίνηση ελάχιστη καθώς ο δρόμος είχε έρθει τούμπα και το μποτιλιάρισμα προς την είσοδο του Zakopane έφτανε τα περίπου 15-20 χλμ (τόσα προλάβαμε να μετρήσουμε) και το τοπίο εξίσου όμορφο με αυτό της Σλοβακίας. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε στην πολωνική συμπρωτεύουσα αλλά όχι χωρίς προβλήματα. Το βεσπάκι σταμάτησε ξανά να ανταποκρίνεται χωρίς εμφανή λόγο και αιτία λίγο πριν την είσοδο στην πόλη και το αφήσαμε προσωρινά σε ένα βενζινάδικο μέχρι ο Θάνος να βρει το hostel για τη βραδινή του διαμονή. Αφού βολευτήκαμε, ο Θάνος κατευθείαν έστειλε μήνυμα στον Piotr, τον τοπικό βεσπάκια της πόλης, την επαφή του οποίου μας είχαν δώσει οι Σέρβοι βεσπάκηδες και μας είχαν πει να του μεταφέρουμε τα χαιρετίσματά τους. Ο Piotr είχε συνεργείο με βέσπες και ήταν ο πλέον κατάλληλος να δώσει λύση στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε το βεσπί από τη Λάρισα. Μας απάντησε ότι μας περίμενε το απόγευμα. Αφού παρκάραμε τη Χαρά κάπου ασφαλή, δεν χάσαμε τον καιρό μας και πήραμε τους δρόμους. 


Η Κρακοβία φημίζεται για την παλιά της πόλη η οποία ανήκει στη λίστα των μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco και η οποία είναι περίκλειστη από τείχη. Έξω από τα τείχη είναι μία άσχημη μεγαλούπολη γεμάτη τσιμέντο, λεωφόρους γεμάτες αυτοκίνητα και εμπορικά κέντρα. Εντός των τειχών όμως είναι μία λαμπρή πόλη γεμάτη πλακόστρωτα σοκάκια, γραφικά τουριστικά μαγαζάκια, μεγαλοπρεπείς καθολικούς ναούς,  άλογα που σέρνουν άμαξες, παλάτια, μέγαρα και μουσεία γεμάτα επισκέπτες από όλο τον κόσμο με εμφανή την αναγεννησιακή αρχιτεκτονική και διάσπαρτα στοιχεία μπαρόκ και γοτθικά. Ευτυχώς, δεν έκανε πολύ κρύο και έτσι μπορέσαμε να απολαύσουμε την απογευματινή βόλτα μας σε μία από τις παλαιότερες και πλουσιότερες -καλλιτεχνικά και πολιτιστικά- ευρωπαϊκές πόλεις με το παραπάνω, πριν συναντήσουμε τον Πολωνό φίλο. 

Μόλις σουρούπωσε, πήγαμε γραμμή στο συνεργείο όπου ο Piotr μας περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Συστηθήκαμε, γνωριστήκαμε, τα είπαμε, μας κέρασε εσπρεσσάκι και ακολούθως μαζί με το Θάνο ανέλαβαν να φέρουν πίσω τη vespa από το βενζινάδικο που την είχαμε αφήσει ενώ εμείς τους περιμέναμε στο συνεργείο-αποθήκη στο οποίο πέραν από επισκευές, εμπορεύονταν καινούριες και ενοικίαζαν μεταχειρισμένες Ιταλίδες ενώ παράλληλα πουλούσαν αξεσουάρ, ρουχισμό και συλλεκτικά είδη. Πολύ ωραίος χώρος, όμορφα στημένος με έντονο το ιταλικό στοιχείο και με εξοπλισμό καφετέριας ένεκα που εκεί ελάμβαναν χώρα οι συναντήσεις του τοπικού κλαμπ. Λένε ότι η vespa είναι το πρώτο όχημα με τα περισσότερα κλαμπ, συνδέσμους και ενώσεις σε όλο τον κόσμο και τελικά τείνουμε να καταλήγουμε στην άποψη ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες να ισχύει. Τα παιδιά επέστρεψαν, η vespa θα κοιμόταν σε ασφαλές καταφύγιο και ο Θάνος πλέον είχε ένα λόγο λιγότερο να ανησυχεί. 


"..το βάρος των εγκλημάτων και το βάθος του πόνου ήταν αυτά που μας εξουθένωσαν στην κυριολεξία."

 
Το Σάββατο (14/2) συναντηθήκαμε σχετικά αργά με τον Θάνο, φάγαμε το πρωινό μας με την ησυχία μας και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τις βόλτες στην πόλη. Ο καιρός ήταν ηλιόλουστος και σαν να μας φώναζε να βγούμε έξω και να τον χαρούμε. Καλύτερη δικαιολογία δεν μπορούσαμε να βρούμε και έτσι ξεχυθήκαμε ξανά στην παλιά πόλη την οποία πραγματικά δεν χόρταινες να θαυμάζεις. Όσο όμορφη ήταν η παλιά πόλη, τόσο άσχημη και βιομηχανική ήταν η σύγχρονη εκτός των τειχών γεμάτη καυσαέριο, μποτιλιάρισμα και ατελείωτο τσιμέντο επηρεασμένη αρκετά από το κομουνιστικό παρελθόν που άνθισε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και έκλεισε μάλλον δημοκρατικά λίγο μετά το 1990. Το βραδάκι ήμασταν καλεσμένοι στο vespa club-συνεργείο όπου εκεί γνωρίσαμε μερικούς ακόμα Πολωνούς βεσπάκηδες και με τους οποίους κουβεντιάσαμε τις περιπέτειες και τα ταξίδια μας ενώ εκείνοι μας έλεγαν για την ζωή τους στην Πολωνία, τα ενδιαφέροντά τους και τις δικές τους εξορμήσεις εντός και εκτός της χώρας. 


Την Κυριακή (15/2) ο Piotr με την Magda, τη σύζυγό του, μας πήγαν εκδρομή στη Lanckorona, ένα παραδοσιακό χωριουδάκι εκτός πόλης, το οποίο ήταν δημοφιλής προορισμός απόδρασης όπως διαπιστώσαμε τελικά χωρίς πάντως να είναι τυποποιημένο με αυστηρά τουριστικά πρότυπα. Απεναντίας, εκτός από δύο τρία μοντέρνα cafe-εστιατόρια, δε θύμιζε σε κάτι το εξαιρετικά δημοφιλές Zakopane και ο περίπατος μετά τον καφέ μέσα στο χιονισμένο άλσος μέχρι το μισογκρεμισμένο κάστρο της περιοχής, ήταν ήσυχος και γαλήνιος. Με την επιστροφή στην πόλη συνειδητοποιήσαμε πως ο καπιταλισμός έχει εισβάλλει για τα καλά στις ζωές των ανθρώπων της Πολωνίας και δη της Κρακοβίας. Ενώ η είσοδος της πόλης ήταν άδεια και χωρίς κίνηση, η έξοδος είχε τρομερή κίνηση και σχετικό μποτιλιάρισμα. Που πήγαινε τόσος κόσμος Κυριακή απόγευμα; Για ψώνια στα περιφερειακά εμπορικά κτήνη που ορθώνονταν χωρίς αιδώ στα προάστια της πόλης. Από Carrefour και Praktiker, μέχρι IKEA και McDonalds, απ’ όλα είχε το μενού ανάλογα με τις ορέξεις του καθενός. Βλέπεις, η μεσαία τάξη έχει σηκώσει κεφάλι για τα καλά μιας και η χώρα γνωρίζει μία πρωτόγνωρη ανάπτυξη και φυσικά οι μεγάλες πολυεθνικές δε θα μπορούσαν να χάσουν την ευκαιρία διείσδυσης και τελικά απομύζησης της.  Όπως τείνει να συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες που τυγχάνουν ανάπτυξης, πλασματικής συσσώρευσης πλούτου, ανάγκης δανεισμού λόγω υπερκατανάλωσης και τελικώς σταδιακής κατάρρευσης της άρχουσας αστικής τάξης, όπως μας εξήγησαν οι φίλοι μας, η Πολωνία βρισκόταν μεσούσης μία κρίσης όπου είχε μεν επιτευχθεί η συγκέντρωση πλούτου λόγω ανάπτυξης αλλά η μεσαία τάξη ήταν στο σημείο καμπής όπου φτάνεις να ζορίσεσαι όχι γιατί δε σου φτάνουν αλλά γιατί τελικά δεν ξέρεις τι θες και που οδεύεις. Αλήθεια, σας θυμίζει κάτι αυτή η αλληλουχία γεγονότων; 


Πέραν της παλιά πόλης, ο σημαντικότερος λόγος επίσκεψης στην Κρακοβία είναι τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης των Auschwitz-Birkenau που βρίσκονται περίπου 65 χλμ βορειοδυτικά, κοντά στην πόλη του Oswiecim. Ο Piotr με τη Magda μας συμβούλεψαν να αφιερώσουμε μία ολόκληρη ημέρα στο συγκεκριμένο μνημείο ενώ εμείς αρχικά σχεδιάζαμε μία απλή στάση στο δρόμο μας προς βορρά και το άγνωστο Sochaczew. Τελικώς αλλάξαμε πλάνο ακολουθώντας τη συμβουλή των φίλων μας και τη Δευτέρα (16/2) το πρωί μαζί με τον Θάνο στη Χαρά, χαράξαμε πορεία για ένα ταξίδι στην ιστορία ξεχωριστό από τ’ άλλα. Το ιστορικό υπόβαθρο είναι λίγο πολύ γνωστό αφού το Auschwitz υπήρξε το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης των Ναζί όπου μέσα σε μία πενταετία (1940-1945) εξόντωσαν περίπου 1.1 εκατομμύριο ανθρώπους με τη συντριπτική πλειοψηφία να είναι Εβραϊκής καταγωγής. Πολωνοί, τσιγγάνοι και σοβιετικοί επίσης συγκαταλέγονταν στις αρρωστημένες επιλογές των SS και ήταν ανάμεσα στα θύματα. 


Τα δύο στρατόπεδα των Auschwitz-Birkenau περιλαμβάνουν όλες τις εγκαταστάσεις και κτήρια που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα ενώ παράλληλα με τη μορφή εκθεμάτων ο επισκέπτης μπορεί να δει τα λάφυρα των ναζί τα οποία περιλαμβάνουν από τις βαλίτσες, τα γυαλιά και τα μαλλιά μέχρι τα παπούτσια και τα προσθετικά μέλη των κρατουμένων που συγκεντρώνονταν κατά χιλιάδες πριν οι κρατούμενοι οδηγηθούν στα κρεματόρια. Παράλληλα, αρκετές αίθουσες και δωμάτια έχουν στηθεί με τέτοιο τρόπο όπου ο επισκέπτης μπορεί να δει την τραγική καθημερινότητα και ρουτίνα των στρατοπέδων ενόσω βρίσκονταν σε λειτουργία υπό τις οδηγίες της γερμανικής κατοχής. Το κρύο ήταν έντονο και ο μουντός καιρός στάθηκε σύμμαχος σε αυτό το θλιβερό τοπίο. Μας πήρε αρκετές ώρες για να γυρίσουμε και τα δύο στρατόπεδα συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων. Προσωπικά αισθανθήκαμε μπερδεμένοι και εξουθενωμένοι. Μπερδεμένοι γιατί δεν ξέραμε τι να αισθανθούμε. Οργή, αγανάκτηση, όνειδος για τις απύθμενες φρικαλεότητες των ναζί ή συμπόνοια, αλληλεγγύη και συμπαράσταση για τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα αλλά και τους συγγενείς αυτών; Η σύγχυση αυτή μας κατέβαλλε ολοκληρωτικά αλλά το βάρος των εγκλημάτων και το βάθος του πόνου ήταν αυτά που μας εξουθένωσαν στην κυριολεξία. Ο άσχημος καιρός συμμετείχε ειρωνικά στην πάλη των συναισθημάτων και εντυπώσεων πολλαπλασιάζοντας εν αγνοία του τη βαρύτητα αυτών. Τέλος, αλγεινή εντύπωση μας προκάλεσε η εκκωφαντική απουσία της Ελλαδίτσας από τη λίστα των χωρών που συμμετέχουν στη διατήρηση αυτής της κληρονομιάς αλλά μάλλον λίγα πράγματα μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό.


Αργά το απόγευμα επιστρέψαμε στην Κρακοβία και πήγαμε κατευθείαν στο συνεργείο του Piotr ο οποίος μας περίμενε. Την προηγούμενη είχαν ενημερώσει τον Θάνο ότι δεν υπήρχε διαθεσιμότητα για τη Δευτέρα καθώς περίμεναν ένα μεγάλο γκρουπ και ο Piotr είχε προσφερθεί να τον φιλοξενήσει. Μαζί με το Θάνο πήρε και μας η μπάλα και κάπως έτσι βρεθήκαμε στη ζεστασιά ενός πολωνικού σπιτικού. Το σπίτι των παιδιών ήταν γεμάτο παλαιά αντικείμενα με πολλές μπαρόκ επιρροές χωρίς όμως να είναι υπερβολικά «στολισμένο» καθώς τα περισσότερα αντικείμενα ήταν χρηστικά και λειτουργικά. Μείναμε λίγο με το στόμα ανοιχτό μέχρι να συνηθίσουμε στο μικρό κατά τ’ άλλα διαμέρισμα αλλά αμέσως προσαρμοστήκαμε  στο χώρο ενώ δύο παιχνιδιάρες γάτες φρόντιζαν να κάνουν τη φιλοξενία λίγο πιο ενδιαφέρουσα. 


Ghislain είναι αστέρι και θα είναι για πάντα εκεί ψηλά να μας συντροφεύει."



Την Τρίτη (17/2) αφού πήραμε πρωινό με τα παιδιά, ο καθένας πήρε το δρόμο του. Τα παιδιά στις δουλειές τους και εμείς κλασσικά στο ιστορικό κέντρο για περισσότερες τουριστοβόλτες. Όπως και στη Βουδαπέστη, έτσι και στην Κρακοβία αποφασίσαμε να κάνουμε έναν ακόμα «Δωρεάν περίπατο με ξενάγηση» (free walking tour). Είχε πολλές αστικές και ταυτόχρονα ιστορικές διαδρομές και τελικά επιλέξαμε να κάνουμε την εβραϊκή διαδρομή. Το γκρουπ ήταν πολύ μεγάλο και αρκετά δυσκίνητο αλλά το παλικάρι που μας ξεναγούσε έκανε ότι μπορούσε για να ακούγεται και να εξηγεί όσα περισσότερα μπορούσε. Ακολουθήσαμε περίπου τη μισή διαδρομή περνώντας μάλιστα από πολλά σημεία όπου είχε γυριστεί η διάσημη ταινία «Scheidler List», επισκεφτήκαμε εξωτερικά τις δύο εναπομείνασες συναγωγές της πόλης και φτάνοντας στην πλατεία με τα μποέμικα νεο μπαρόκ μπαρ της πόλης, όπου διασκεδάζει η ντόπια νεολαία και είναι άγνωστη στους πολυάριθμους Άγγλους teenagers που επισκέπτονται την πόλη για ξεσάλωμα αλλά περιορίζονται στα μπαρ της παλιάς πόλης, ξεγλιστρήσαμε από το γκρουπ και κάτσαμε για μπύρες και glühwein. Η πλατεία αυτή εκτός από τα μπαρ, φημιζόταν και για τις καντίνες που πουλούσαν zapiekanki, το φάρμακο κατά του hang over. Το zapiekanki είναι το πολωνικό «βρώμικο», είναι τεράστιο, πεντανόστιμο, φυσικά γεμάτο λίπος και κοστίζει λιγότερο από ένα ευρώ στη βασική του έκδοση. Μία μεγάλη φρατζόλα κομμένη στη μέση κατά μήκος κουφώνεται και επί αυτής ο καθένας μπορεί να προσθέσει ότι βαστάει η ψυχάρα του από αλλαντικά και τυριά μέχρι διάφορες σάλτσες και αλοιφές όσο αντέχει το στομάχι του. Εννοείται πως δεν χάσαμε την ευκαιρία και δοκιμάσαμε το διάσημο πολωνικό φαγητό δρόμου μένοντας κατενθουσιασμένοι τόσο από την ποσότητα όσο και από την εξαιρετικά χαμηλή τιμή κλείνοντας τη βόλτα με τον καλύτερο τρόπο. Το βραδάκι συναντηθήκαμε με τον Piotr στο συνεργείο ο οποίος είχε τελειώσει με τη vespa του Θάνου αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει κάτι που να δικαιολογεί το ξαφνικό σβήσιμό της. Παρ’ όλα αυτά, αμφότεροι είχαν καταλήξει πως η μπαταρία ήταν για πέταμα αφού ο Rolland που επίσης είχε ρίξει μία ματιά στο βεσπί την είχε βρει μισογεμάτη και είχε συμπληρώσει υγρά. Καινούρια μπαταρία και καινούρια μπουζί έκαναν τη vespa να ξυρίζει και προσωρινά θεωρήσαμε ότι είχαμε δώσει λύση το πρόβλημα. 

Η Τετάρτη (18/02) ήταν μεγάλη μέρα και μία από τις σημαντικότερες του ταξιδιού. Όσοι ταξιδεύετε μαζί μας από την αρχή, σίγουρα θα θυμάστε τον τρελό Γάλλο με την Africa Twin, τον Ghislain (προφέρεται Γκιλάν), τον οποίο γνωρίσαμε ακριβώς επάνω στη νοητή γραμμή του Τροπικού του Καρκίνου στη Δυτική Σαχάρα και με τον οποίο συνταξιδέψαμε μέχρι και τη Γκάνα. Από εκεί, εμείς τραβήξαμε νότια προς Νότια Αφρική ενώ ο Ghislain συνέχισε προς Μπουρκίνα Φάσο, Νίγηρα, Τσαντ, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Λαϊκή Δημοκρατία του Κόνγκο, Μπουρούντι, Ρουάντα και Τανζανία. Είχε καταφέρει δηλαδή να πραγματοποιήσει τον αρχικό του στόχο που ήταν να διασχίσει την ήπειρο οριζόντια και από δυτικά να καταλήξει ανατολικά πριν κινήσει προς νότο. Η συγκεκριμένη πορεία δεν έχει γίνει από κανέναν άλλο ταξιδιώτη τα τελευταία χρόνια ούτε υπάρχει κανένα στοιχείο ότι έχει πραγματοποιηθεί στα περισσότερα διεθνή ταξιδιωτικά φόρουμ ενώ περιττό είναι να αναφέρουμε ότι δεν υπάρχει καν οδικό δίκτυο και καύσιμα ενώ η διάσχιση προϋποθέτει τροπικά δάση, ποτάμια και οικισμούς με τοπικές φυλές κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Κάπως έτσι λοιπόν είχαμε καταφέρει να χάσουμε τα ίχνη του και να μας ζώσουν τα μαύρα φίδια ότι κάτι κακό του είχε συμβεί. Το τελευταίο νέο ήταν ότι στην Τανζανία είχε καταφέρει να σπάσει το πόδι του από όπου η ασφαλιστική του εταιρία με επείγουσα αεροδιακομιδή τον είχε μεταφέρει σούμπιτο στο Παρίσι για νοσηλεία και αποθεραπεία. Έκτοτε δεν είχε δώσει σημεία ζωής ενώ οι προσπάθειες μας να μάθουμε αν είναι καλά μέσω της ασφαλιστικής του έπεσαν στο κενό καθώς επικαλέστηκαν την ιδιωτικότητα του πελάτη τους και των προσωπικών του στοιχείων. Η μητέρα του παρακολουθούσε την κίνηση του blog του ακόμα και μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, στο οποίο είχαμε αφήσει αρκετά μηνύματα καλώντας όποιον γνωρίζει κάτι να επικοινωνήσει μαζί μας. Τελικώς, μία ωραία πρωία κάπου στη Ζιμπάμπουε λάβαμε ένα email από την ίδια ότι ήταν καλά, είχε αποθεραπευτεί και η εταιρία τον είχε στείλει σε πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου στη Νιγηρία. Η επικοινωνία μας τελικώς αποκαταστάθηκε, ο Ghislain μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Ευρώπη και την Πολωνία, πάλι λόγω της εταιρίας στην οποία εργαζόταν και κάπως έτσι θα σμίγαμε μετά από 3 χρόνια. Το  βιομηχανικό Sochaczew απείχε περίπου 330 χιλιόμετρα βόρεια της Κρακοβίας, ήταν περίπου στην ίδια ευθεία με την Βαρσοβία και το Βερολίνο και το ραντεβού είχε κλειστεί στην Pub 77, το μοναδικό bar της πόλης, για μετά τις έξι το απόγευμα. 


Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Και εξωτερικά και εσωτερικά. Αφού ξεπεράσαμε το σοκ και την αμηχανία της πρώτης φοράς μετά από τόσο καιρό, η γλώσσα λύθηκε, οι συνάδελφοί του που ήταν παρέα βοήθησαν να σπάσει ο πάγος, να λυθεί η γλώσσα και να χαλαρώσουμε όλοι μιλώντας κυρίως για το παρόν και το μέλλον αφού το παρελθόν ήταν κάτι που εμφανώς ήθελε με κάθε τρόπο να αφήσει πίσω του. Με πολύ μπύρα και ακόμα περισσότερη τοπική vodka και χυμό μήλου (αυτό το τελευταίο δεν το καταλάβαμε αλλά αργότερα μάθαμε ότι είναι το τυπικό πολωνικό συνοδευτικό της vodka) συνεχίσαμε τη βραδιά μέχρι και το ξενοδοχείο του Ghislain. Εκεί συνεχίσαμε για λίγο ακόμα το ποτό όπου μεθυσμένοι και κουρασμένοι εν τέλει καταρρεύσαμε ομαδικά. Πριν όμως καταρρεύσουμε και ενώ το αλκοόλ είχε χαλαρώσει τις αναστολές, καταφέραμε να ξεκλειδώσουμε τον τρελοπαριζιάνο και να τον κάνουμε να μιλήσει για όλα αυτά που προσπαθούσε σχεδόν να διαγράψει από τη μνήμη του. 

Από τη στιγμή που χωρίσαμε στην Γκάνα, ξεκίνησε ένα ταξίδι μέσα στην ματαιοπονία θέλοντας να αποδείξει στον εαυτό του αλλά και στους γύρω του τι μπορούσε να κάνει και πόσο μακρυά μπορούσε να φτάσει, κατορθώνοντας το ακατόρθωτο. Πολλές φορές μας είχε δώσει να καταλάβουμε ότι ήταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας καθώς δεν είχε ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση να γίνει κι αυτός γιατρός όπως οι γονείς και τα δύο του αδέρφια. Αμφότεροι παραδεχτήκαμε ότι κάναμε άσκοπα πολλά γρήγορα χιλιόμετρα από τη Σενεγάλη και μετά χωρίς να προλάβουμε να δούμε και να βιώσουμε πράγματα στις χώρες που επισκεφτήκαμε ενώ αργότερα ακολούθησε ένας προσωπικός γολγοθάς που είχε μεν ο ίδιος προκαλέσει αλλά καθόλου δεν ευχαριστήθηκε. Διασχίζοντας την έρημο του Τσαντ με έναν άπειρο ξεναγό (υποχρεωτικό για να μπεις στη χώρα όμως) κατά τη διάρκεια ραμαζανιού και μη καταφέρνοντας να πάρει βίζα για το Σουδάν όπως αρχικά υπολόγιζε, αναγκαστικά ακολούθησε πορεία προς νότο όπου μοιραία κατέληξε στις τροπικές ζούγκλες του Κόνγκο συναναστρεφόμενος με ντόπιες φυλές που φυσικά και δεν μιλούσαν γαλλικά, τρεφόμενος κυρίως με πίθηκους ή άλλο κρέας αγνώστου προελεύσεως που συνήθως κυνηγούσαν και μαγείρευαν οι ντόπιοι και πληρώνοντας χρυσάφι το όποιο καύσιμο έβρισκε στην πορεία του και το οποίο οι ντόπιοι χρησιμοποιούσαν για θέρμανση. Ακόμα και τα πιο καλογυρισμένα ντοκυμαντέρ ή χολυγουντιανές ταινίες δεν έχουν φτάσει να δείξουν αυτά που είδε και βίωσε ο Ghislain εκείνους τους μήνες. Μέχρι  πριν την είσοδο στο γειτονικό Μπουρούντι, είχε καταφέρει να πέσει σε ένα ποτάμι από μία αυτοσχέδια γέφυρα από κορμούς, χάνοντας τα περισσότερα από τα πράγματά του ενώ φυσικά τραυματίστηκε. Άγνωστο πως, τελικά κατάφερε να συνεχίσει μέχρι το ατύχημα στην βορειοδυτική Τανζανία. Γυρνώντας πίσω στο Παρίσι τραυματισμένος, με την οικογένεια και τους φίλους να πέφτουν πάνω του γεμάτοι ερωτήσεις και ερωτηματικά, ένιωσε περισσότερο την αποτυχία παρά το αίσθημα της ικανοποίησης. Το γεγονός ότι είχε ζοριστεί αρκετά για να φτάσει μέχρι που εκεί που έφτασε δεν τον γέμισε αρκετά ενώ το ότι δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει το ταξίδι και να γυρίσει όπως έφυγε, τον οδήγησαν στην απόφαση να μην ασχοληθεί ξανά με αυτό το κομμάτι της ζωής του. Αυτός ήταν και ο λόγος που για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε επικοινωνήσει μαζί μας νιώθοντας ντροπή και αποστροφή. Το γεγονός ότι μετά την αποθεραπεία έφυγε ξανά για Αφρική (στη Νιγηρία) μάλλον φανερώνει κάποια κατάλοιπα -ίσως και απωθημένα- παρά τον πρότερο άθλο του και την υπερπροσπάθεια. 


Για εμάς ο Ghislain αποτελεί πρότυπο και παράδειγμα ενός ανθρώπου ο οποίος άφησε για λίγο την καθημερινότητά του και αποφάσισε να κάνει κάτι τρελό, κάτι ανυπέρβλητο, κάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να τον συντροφεύει για το υπόλοιπο της ζωής του ως η υπέρτατη εμπειρία ζωής. Ο Ghislain είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις ανθρώπων που έχει άστρο. Ο Ghislain είναι αστέρι και θα είναι για πάντα εκεί ψηλά να μας συντροφεύει. Το γεγονός ότι δεν είχε και την καλύτερη κατάληξη μπορεί να μην τον γέμισε όσο θα ήθελε ενώ το νεαρό της ηλικίας του δεν του έχει επιτρέψει ακόμα να το αξιολογήσει ψύχραιμα και στο σύνολό του. Εμείς όμως σαν τρίτοι και βλέποντας το απέξω, μόνο να το θαυμάσουμε μπορούμε, να παραδειγματιστούμε, να δούμε τα πραγματικά όρια ενός ανθρώπου και κυρίως να δούμε που αρχίζει και που τελειώνει η πλάκα, η περιπέτεια και τελικά το ταξίδι. Και φυσικά νιώθουμε κάτι παραπάνω από τυχεροί που πέσαμε πάνω του και μοιραστήκαμε λίγη από τη λάμψη του. 

Την Παρασκευή (20/2) το πρωί τον αποχαιρετήσαμε πριν φύγει για το εργοστάσιο. Τι γλυκός άνθρωπος! Όχι μόνο μας κοίμισε στο δωμάτιό του δύο βραδιές αλλά φρόντισε να πάρουμε και πρωινό στο ξενοδοχείο πριν φύγουμε. Φορτισμένοι συναισθηματικά, αναχωρήσαμε με βαριά καρδιά προς το επίσης βιομηχανικό Poznan περίπου 265 χλμ δυτικά προς Γερμανία. Όμορφη πόλη κατά τ’ άλλα, την οποία όμως δεν είχαμε το ενδιαφέρον να εξερευνήσουμε μιας και το ταξίδι και η παρέα των τριών όδευε προς το τέλος της και που κουράγιο για βόλτες. Κάναμε πάντως έναν σύντομο περίπατο στο κέντρο της πόλης, η οποία είχε έξοχη ρυμοτομία και αρχιτεκτονική και κρατούσε το ενδιαφέρον του επισκέπτη χωρίς να προσπαθεί ιδιαίτερα.

Το Σάββατο (21/2) ξυπνήσαμε νωρίς, φάγαμε κάτι πρόχειρα και τραβήξαμε το δρόμο προς τα σύνορα με Γερμανία. Επόμενος προορισμός: Potsdam.





ΓΕΡΜΑΝΙΑ (Σάββατο 21 Φεβρουαρίου – Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015)

Οι πινέζες μας: Potsdam, Berlin 


Η διάσχιση των συνόρων ήταν από τις πλέον ανάξιες αναφοράς αφού το παλιό συνοριακό φυλάκιο ήταν κλειστό και μόνο μερικές παρκαρισμένες νταλίκες και ορισμένα ανταλλακτήρια συναλλάγματος έδιναν την εντύπωση ότι κάτι αλλάζει κατά μήκος της εθνικής οδού. Σε κάποιο πάρκινγκ λίγο μετά τα σύνορα χώρισαν και οι δρόμοι μας με τον Θάνο. Πήρε τα πράγματά του που κουβαλούσαμε όλο αυτό τον καιρό στη Χαρά για να μην τον βαραίνουν και συνέχισε για τον τελικό του προορισμό που ήταν το Βερολίνο. Η δίμηνη περιοδεία του τον περασμένο Σεπτέμβρη-Οκτώβρη για επαγγελματικούς λόγους τον είχαν γλυκάνει και του είχαν φυτέψει το σπόρο της ελπίδας ότι σίγουρα μπορούσε να κυνηγήσει κάτι πιο μόνιμο, εγκαταλείποντας κι αυτός με τη σειρά του την Ελλαδίτσα όπως τόσος και τόσος κόσμος, προς αναζήτηση μιας καλύτερης επαγγελματικής κυρίως τύχης. Είχαμε περάσει καλά, είχαμε κάνει καλό ταξίδι αυτό τον μήνα -από τις 26 Ιανουαρίου και τους Ευζώνους μέχρι και λίγο μετά το Poznan-, είχαμε γελάσει, είχαμε συναντήσει κόσμο και κοσμάκη και κυρίως είχαμε γνωρίσει καλύτερα ο ένας τον άλλο. Παρ’ όλο που είναι ελάχιστα μεγαλύτερος από εμάς, έκρυβε ένα μικρό παιδί μέσα του το οποίο όμως ήξερε ακριβώς τι ήθελε και τι δεν ήθελε και ήταν διατεθειμένο να το κερδίσει με την αξία του. Καλή τύχη ρε μάγκα και καλούς μελλοντικούς δρόμους!


"Η άνοιξη στο Βερολίνο ήταν εξαιρετική.."

 
Εμείς συνεχίσαμε μετά το Berlin με κατεύθυνση το Potsdam, την πρωτεύουσα του κρατιδίου του Βρανδεμβούργου, όπου μας περίμενε μία φίλη από τα παλιά. Η Μαρία έμενε ήδη 8 χρόνια στη Γερμανία έχοντας ριζώσει μετά τις σπουδές της, έχοντας βρει μόνιμη εργασία και έχοντας στρώσει τη ζωή της μακριά από την Καβάλα, την πόλη όπου είχε γνωριστεί με τη Γεωργία. Η Μαρία ακολουθούσε το Pin Project ήδη από την Αφρική, μας είχε ενισχύσει μάλιστα οικονομικά και εκείνο το Σάββατο μας περίμενε με ζεστό φαΐ στην κατσαρόλα. Τα κορίτσια είχαν να συναντηθούν σχεδόν 5 χρόνια και ήταν μία καλή ευκαιρία να περάσουν χρόνο παρέα. Το eurotrip είχε σχεδόν τελειώσει αφού από το Potsdam θα οργανώναμε τη ναυτιλιακή μεταφορά της Χαράς, θα προγραμματίζαμε τα της παράδοσης στο λιμάνι και τη μετάβαση στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης (Frankfurt) ενώ θα γεμίζαμε τις μπαταρίες μας για τον αμερικάνικο σκέλος. Η Μαρία είχε πρόσφατα υποβληθεί σε μία επέμβαση στο πόδι και χρησιμοποιούσε πατερίτσες, οπότε η συνάντηση μας μόνο τυχαία δεν ήταν αφού καταφέραμε να προσφέρουμε και μεις στο νοικοκυριό είτε κάνοντας τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, είτε συνοδεύοντας την στο φυσιοθεραπευτή, είτε μαγειρεύοντας, είτε καθαρίζοντας στο σπίτι γεγονός που γέμιζε τις ημέρες μας. Παράλληλα ζεστάθηκε το κοκαλάκι μας, η Χαρά παροπλίστηκε προσωρινά και ξεκουράστηκε για το επόμενο σκέλος ενώ επανήλθαμε σε αστικούς ρυθμούς αφήνοντας για λίγο στην άκρη τη ζωή στο δρόμο. 

Στο μεσοδιάστημα πεταχτήκαμε στο Βερολίνο για να δούμε Έλληνες φίλους που είτε έμεναν μόνιμα είτε έρχονταν αποκλειστικά για εμάς. Η αρχή έγινε με τον Γιάννη, πρώην συμφοιτητή του Νίκου στην Αγγλία και πρώην συμμαθητή της Γεωργίας στο Αλιβέρι, μέσω του οποίου είχαμε γνωριστεί και του οποίου ο γάμος με τη γυναίκα της ζωής του Wesal, στο Κάιρο, είχε σταθεί καταλυτικός για την έναρξη της δικής μας σχέσης. Το τι επακολούθησε είναι λίγο πολύ γνωστό κυρίως τα τρία τελευταία χρόνια και οι περισσότεροι έχετε λάβει γνώση ακολουθώντας το ταξίδι μας. Ο δε Γιάννης με τη Wesal, αφού πέρασαν 5 υπέροχα χρόνια στην Αγγλία, αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να μετακομίσουν λίγο πιο δυτικά, μέχρι τη Γερμανία και το Βερολίνο. Μόνο που η μετακίνηση αυτή συνοδεύτηκε με τον ερχομό του Φίλιππου. Ο Φίλιππος ήταν μόλις 16 μηνών αλλά έμοιαζε με ένα μικρό γίγαντα κυρίως λόγω γονιδίων από το μπαμπά Γιάννη. 

Με τα παιδιά είχαμε να συναντηθούμε 4 περίπου χρόνια και φυσικά είχαμε τόσα πολλά να πούμε. Πόσοι από εσάς έχετε συναντηθεί με παλιούς συμμαθητές που έχετε χαθεί και έχετε ξενυχτήσει πάνω από αλκοόλ εξιστορώντας ανείπωτες ιστορίες, αναλύοντας αποφάσεις και βλέποντας από απόσταση πλέον αλλαγές που το πέρασμα του χρόνου έχει ήδη αρχίσει να τις κάνει να ξεθωριάζουν. Είναι τουλάχιστον συγκινητικό, αν όχι λυτρωτικό, να σου θυμίζουν κουβέντες που έχεις πει και βλακείες που έχεις κάνει για τις οποίες αν δεν φτάσεις στο σημείο να αρνείσαι ότι δεν συνέβησαν ποτέ, τότε μάλλον είσαι σε καλό δρόμο. Με τα παιδιά περάσαμε 9 υπέροχες μέρες και όπως είναι φυσικό ο μικρός Φίλιππος μονοπωλούσε το ενδιαφέρον όταν δεν κοιμόταν. Τι βόλτες, τι φαγητό, τι παιχνίδια, τι τραγούδια! Όλοι μας το χαρήκαμε αλλά πιο πολύ απ’ όλους ο πιτσιρικάς της παρέας θυμίζοντας μας για μία ακόμα φορά την ικανοποίηση που παίρνεις από μια τόσο δα αντανάκλαση σου.

Την ίδια εβδομάδα που ήμασταν στο Βερολίνο, ένας φίλος από τα παλιά ήρθε και μας επισκέφτηκε. Ο Σπύρος, ο φίλος από την Κέρκυρα που είχαμε γνωριστεί στην Addis Ababa και είχαμε συνταξιδέψει παρέα για δύο εβδομάδες, βρισκόταν στη Νυρεμβέργη φιλοξενούμενος σε φίλους έχοντας μόλις επιστρέψει από την Κολομβία. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος ο Σπύρος έχοντας ξεμπερδέψει με την καλοκαιρινή του θητεία στο εστιατόριο, είχε κάνει το ταξιδάκι του σε Παναμά, Κόστα Ρίκα και Κολομβία και μόλις είχε επιστρέψει πίσω. Αμφότεροι ξέραμε τα ταξιδιωτικά σχέδια του άλλου και η συνάντηση ήταν θέμα χώρου και χρόνου. Την Κυριακή (8/3) το βράδυ τελικά βρεθήκαμε να τα πίνουμε σε μία γερμανική μπυραρία παρέα με τον Σπύρο και τον Θάνο μιλώντας για -τι άλλο- ταξίδια. Τη Δευτέρα (9/3) ο καιρός ήταν υπέροχος και η βόλτα στο τείχος του Βερολίνου απλά επιβεβλημένη αφού κανείς μας δεν το είχε επισκεφτεί ενώ όλες τις υπόλοιπες ημέρες τόσο με τη Wesal και το μικρό Φίλιππο όσο και με τους Σπύρο και Θάνο δεν αφήσαμε πάρκο και πλατεία που δεν επισκεφτήκαμε. Η άνοιξη στο Βερολίνο ήταν εξαιρετική και ο καιρός ιδανικός σύμμαχος για βόλτες και μικρές εκδρομές στα πέριξ οπότε δεν αφήσαμε καμία ευκαιρία να πάει χαμένη.




ΟΛΛΑΝΔΙΑ (Παρασκευή 13 Μαρτίου – Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015)

Οι πινέζες μας: Hague 



Την Πέμπτη (12/3) επιστρέψαμε πίσω στη βάση μας, το Potsdam και την Παρασκευή (13/3) αναχωρήσαμε για πιο δυτικές πολιτείες και συγκεκριμένα τις Κάτω Χώρες και τη Χάγη (Hague) όπου εκκρεμούσαν άλλες δύο δυνατές συναντήσεις. Μετά από 9 ώρες οδήγησης και 642 χιλιόμετρα φτάναμε στη διοικητική πρωτεύουσα της Ολλανδίας χωρίς κυριολεκτικά να καταλάβουμε αν και πότε διασχίσαμε τα νοητά σύνορα με τη Γερμανία. Εκεί μας περίμεναν ο Γιώργος με την Ιφιγένεια, οι οποίοι έχουν ριζώσει εδώ και 5 χρόνια στην χώρα της τουλίπας. Αρχικά λόγω σπουδών και ακολούθως λόγω εργασίας, τα παιδιά έμεναν μέχρι πρότεινος στο Delft και πολύ πρόσφατα είχαν μετακομίσει στη Χάγη. Αρχιτέκτονες και οι δύο με πτυχία και γεμάτα portfolios, ήταν εκείνοι που είχαν δημιουργήσει το λογότυπο του ταξιδιού μας τον Δεκέμβριο του 2011, όταν τους είχαμε επισκεφτεί για πρώτη φορά στο Delft πριν φύγουμε για Αφρική. Μας περίμεναν με ένα λουκούλλειο δείπνο έχοντας προσκαλέσει κι άλλους φίλους και χάρηκαν πολύ με την άφιξή μας. Τον Γιώργο τον είχαμε δει πολύ πρόσφατα κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων εορτών αλλά την Ιφιγένεια είχαμε να τη δούμε από το Δεκέμβριο του 2011. Λογικό ήταν να αναλωθούμε εμείς στα του ταξιδιού και εκείνη στα της επαγγελματικής της ανέλιξης και σταδιοδρομίας καθώς την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί ήταν ακόμα φοιτήτρια και τώρα πλέον ήταν στέλεχος μεγάλου αρχιτεκτονικού ολλανδικού γραφείου. Δεν το λες και λίγο πράγμα ειδικά όταν ξέρεις ότι αν τα παιδιά είχαν επιστρέψει μετά τις σπουδές τους στην Ελλαδίτσα, το πιο πιθανό ήταν να είχαν καταλήξει στις λίστες τους ΟΑΕΔ περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο για κανένα 3μηνο επιδοτούμενο πρόγραμμα ημιαπασχόλησης. Χίλια μπράβο σε αυτούς αλλά και στις τόσες άλλες χιλιάδες νέους που την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια αφήνοντας πίσω τους την οικονομική ύφεση και κυνηγώντας το όνειρό τους στο εξωτερικό. Η χώρα μπορεί να έμεινε χωρίς αξιόλογο ανθρώπινο κεφάλαιο με τις συνέπειες αυτής της μαζικής φυγής να είναι δραματικές και οι οποίες θα φανούν τα επόμενα δέκα χρόνια αλλά όταν στην ίδια σου τη χώρα σε δουλεύουν ψιλό γαζί, εσύ θα κάτσεις να παλέψεις γιατί και για ποιον; 


"Να ζήσεις κοριτσάρα μου!"

 


Το Σάββατο (14/3) κάναμε τις βόλτες μας στη πόλη παρ’ όλο το τσουχτερό κρύο, ήπιαμε κλασσικά τον καφέ μας και το απογευματάκι αποχωριστήκαμε προσωρινά τους οικοδεσπότες μας για μία ακόμα επική συνάντηση. Η Marloes και ο Mauritz μας περίμεναν να μας υποδεχτούν στο σπιτικό τους. Με τα παιδιά είχαμε γνωριστεί στο Karen Camp στο Nairobi, όταν στο ίδιο μέρος είχε τύχει να συναντηθούμε με άλλα πέντε ζευγάρια ταξιδιωτών. Οι τρεις πηγαίναμε βόρεια και οι άλλοι τρεις νότια. Με τα παιδιά έτυχε να ταιριάζουν τόσο η πορεία όσο και το χρονοδιάγραμμα και έτσι είχαμε συμφωνήσει να κάνουμε παρέα το δύσκολο κομμάτι από το Marsabit μέχρι το Moyale και τα σύνορα της Αιθιοπίας όπου από τη μία καραδοκούσαν οι τοπικές φυλές που σκοτώνονταν μεταξύ τους και από την άλλη ένα από τα χειρότερα τερέν της Αφρικής στο κεντρικό οδικό δίκτυο. Για πέντε ημέρες ταξιδεύαμε παρέα μέχρι και το Arba Minch, μετά χωρίσαμε για λίγο και έπειτα ξανασμίξαμε στην Addis Ababa μέχρι που τα παιδιά αναχώρησαν με ταχύτερους ρυθμούς και διαφορετική διαδρομή αυτή τη φορά. Δεν γνωριζόμασταν καλά καλά αλλά αυτή η συμπαντική δύναμη που φέρνει τους ανθρώπους κοντά, δεν είχε λαθέψει. Είχαμε περάσει πολύ καλά εκείνες τις ημέρες, είχαμε βρει κοινά σημεία συνεννόησης ενώ αν σκεφτεί κανείς ότι το μεσογειακό ταμπεραμέντο είχε καταφέρει να συνδυαστεί αρμονικά με τη βορειοευρωπαϊκή κουλτούρα, αυτό από μόνο του έφτανε για να έχουμε μόνο θετικές αναμνήσεις και να θέλουμε να τους ξαναδούμε από κοντά.


Τα παιδιά μας περίμεναν πως και πως. Από την ημέρα της επιστροφής τους, είχαν πέσει με τα μούτρα στις παλιές δουλειές τους. Από την άλλη, εμάς ως ταξιδιώτες μας αποχαιρέτησαν στην Αιθιοπία και ως ταξιδιώτες μας ξανασυναντούσαν στη Χάγη οπότε η ταξιδιωτική αύρα ήταν αυτό που λαχταρούσαν πιο πολύ και φυσικά δεν μας το έκρυψαν. Άνοιξαν ένα υπέροχο κόκκινο κρασί, άναψαν το ψεύτικο τζάκι γκαζιού που έχουν τα περισσότερα ολλανδικά σπίτια κυρίως για ντεκόρ και αρχίσαμε να λέμε για τις περιπέτειές μας από τότε που χωριστήκαμε, τα σχέδια μας για την Αμερική, τα νέα τους από την καινούρια τους ζωή, τον επικείμενο γάμο τους και το ταξίδι του μέλιτος που σχεδίαζαν με το ίδιο Land Cruiser που είχαν οδηγήσει στην Αφρική. Το δείπνο ξέφυγε αρκετά από τα ολλανδικά πρότυπα και αντί για βραστές πατάτες με λαχανικά που είναι το εθνικό φαγητό, τα παιδιά είχαν μαγειρέψει κολοκυθόσουπα για πρώτο πιάτο και ψάρι με ρύζι και σοτέ λαχανικά για δεύτερο. Ο Γιώργος με την Ιφιγένεια μας είχαν χιουμοριστικά προειδοποιήσει να φάμε από πριν γιατί οι Ολλανδοί όταν σε καλούν για τραπέζι, συνήθως φεύγεις πιο πεινασμένος απ’ ότι πήγες αλλά αυτό δε συνέβη με τους δικούς μας φίλους και μάλλον η ταξιδιωτική συναναστροφή μέτρησε παραπάνω από την εθνική κουλτούρα και συνήθεια. Περάσαμε πολύ καλά, ταξιδέψαμε στο παρελθόν και θυμηθήκαμε παλιές καλές στιγμές και τις όμορφες χώρες που είχαμε διασχίσει παρέα.

Οι υπόλοιπες ημέρες κύλησαν ήρεμα στην παγωμένη, μουντή και πανάκριβη Χάγη παρέα με τους φίλους μας, οι οποίοι είχαν τις καθημερινές τους εργασιακές τους υποχρεώσεις και έτσι τα πρωινά μας ήταν ελεύθερα για βόλτες στην πόλη. Το ελεύθερο πρόγραμμα του Γιώργου, ο οποίος εργαζόταν από το σπίτι, μας επέτρεψε να τον χαρούμε περισσότερο, να παίξουμε λίγο Pro παραπάνω, να μαγειρέψουμε παρέα και να θυμηθούμε τα παλιά (είναι ο καλύτερος και μοναδικός φίλος του Νίκου από τη Χαλκίδα και είχαμε να τα πούμε πάνω από 3,5 χρόνια εξαιρουμένου του χριστουγεννιάτικου διαλείμματος). 


Την Πέμπτη (19/03), η Γεωργία έκλεινε τα 32 χρόνια ζωής και έφτανε να εκπληρώσει μία ακόμα επιθυμία και συνάμα ένα μικρό ονειράκι που είχε από έφηβη. Στη Χάγη στεγάζεται το μουσείο του Escher, του μεγάλου Ολλανδού καλλιτέχνη του οποίου τα έργα ακροβατούν μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και τελικά δημιουργούν αλληγορισμούς, αντικατοπτρισμούς, ψευδαισθήσεις και ερωτηματικά σαν κι αυτά που έχουμε βάλει στη ζωή μας από τότε που αποφασίσαμε να αλλάξουμε σελίδα. Η επίσκεψη αυτή σηματοδοτούσε μία μεγάλη ημέρα για τη Γεωργία. Μεγάλη ημέρα για τη Γεωργία, μεγάλη ημέρα για το ταξίδι, μεγάλη ημέρα κάθε τέτοια ημέρα που ένα έτος γεμάτο με τόσες εμπειρίες προστίθεται στις κάρτες μνήμης του μυαλού και όχι στην πλάτη. Να ζήσεις κοριτσάρα μου! Όσα έχεις ζήσει κι άλλα τόσα!

Την Παρασκευή (20/03) αποχαιρετήσαμε τους φίλους μας αφού τους βάλαμε να υποσχεθούν ότι θα προσπαθήσουν να προγραμματίσουν ένα ταξίδι προς Λατινική Αμερική μέσα στο 2016 και κινήσαμε βορειοδυτικά προς το λιμάνι του Bremerhaven. Είχαμε να διανύσουμε περίπου 400 χιλιόμετρα με την παράδοση της Χαράς να είναι προγραμματισμένη για την επομένη οπότε δεν υπήρχε καμία βιασύνη. 




ΓΕΡΜΑΝΙΑ (Παρασκευή 20 Μαρτίου – Παρασκευή 3 Απριλίου 2015)

Οι πινέζες μας: Bremerhaven, Potsdam, Berlin, Frankfurt



Για πρώτη φορά στο ευρωπαϊκό σκέλος, μας σταματούσε η τροχαία αλλά όχι με τον πατροπαράδοτο τρόπο του μπλόκου. Κάποια στιγμή ένας ζητάς μας προσπέρασε και είχε την απαίτηση να καταλάβουμε ότι ένα φωτεινό βελάκι που αναβόσβηνε στην ουρά της μηχανής, σήμαινε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουμε. Καταλαβαίνει μωρέ ο βουσμάνος από βελάκια; Καταλάβαμε βέβαια ότι κάτι τρέχει αλλά συνεχίσαμε σταθερή πορεία χωρίς όμως να σταματήσουμε μέχρι που κατάλαβε ότι δεν είχαμε καταλάβει και σταμάτησε για να μας κάνει νόημα να σταματήσουμε. Αφού μας ζήτησε το λόγο που δεν σταματήσαμε, μας ζήτησε να τον ακολουθήσουμε στην επόμενη έξοδο όπου ένα βανάκι του αλλοδαπών μας περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Οι Ολλανδοί είχαν δει τις ξένες πινακίδες και όντας λίγα χιλιόμετρα πριν τα γερμανικά σύνορα ήθελαν απλά να μας κάνουν έλεγχο στα διαβατήρια. Δεν ζήτησαν καν δίπλωμα ή ασφάλεια ή άδεια κυκλοφορίας! Μετά από αμοιβαίες εξηγήσεις και αφού του δώσαμε να καταλάβει ότι δεν κάναμε κάτι εσκεμμένα και ότι δεν είναι και τόσο συνηθισμένο στην Ελλαδίτσα να σε σταματάνε εν κινήσει και αφού βεβαιώθηκαν ότι το βανάκι δεν ήταν γεμάτο λαθρομετανάστες, μας άφησαν να συνεχίσουμε το ταξίδι μας προς Γερμανία. Αργότερα καταλάβαμε ότι οι τύποι δεν έκαναν άλλη δουλειά απ΄το να ανεβοκατεβαίνουν στο συγκεκριμένο ύψος του αυτοκινητόδρομου τσεκάροντας τι έμπαινε και τι έβγαινε αφού στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχε καν συνοριακό φυλάκιο παρά μόνο οι σημαίες των δύο χωρών και οι κλασσικές ταμπέλες που σε ενημερώνουν για τα όρια ταχύτητας που ισχύουν στη νέα χώρα. 


"Μάταια όμως. Τελικά το πλοίο αναχωρούσε χωρίς τη Χαρά."

 
Αργά το απόγευμα της Παρασκευής (20/03) φτάσαμε στην πόλη και πήγαμε κατευθείαν στα Hornbach (γερμανική αλυσίδα εφάμιλλη των Praktiker) όπου έπρεπε να προμηθευτούμε ορισμένα λουκέτα. Βάση οδηγιών της ναυτιλιακής, το αυτοκίνητο έπρεπε φαινομενικά να είναι άδειο. Αποφασίσαμε λοιπόν να πάρουμε τα ρούχα μας και όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές (GPS, laptop κλπ), να αδειάσουμε όλο το ταμπλό και τα ντουλαπάκια εμπρός έτσι ώστε ο πρώτος «ποντικός» να σπάσει τα μούτρα του και να μη θελήσει να συνεχίσει προς τα κυρίως διαμερίσματα και τέλος τοποθετήσαμε λουκέτα στο κουζινάκι και την ντουλάπα. Το αυτοκίνητο πλέον περιείχε μόνον τρόφιμα, ανταλλακτικά, εργαλεία και είδη κάμπινγκ. Και ενώ μέχρι τώρα απολαμβάναμε την άνεσή μας μέσα στο βανάκι, μία μικρή περιπέτεια βάρους πάνω κάτω σαράντα κιλά μόλις ξεκινούσε καθώς με τις βαλίτσες στο χέρι έπρεπε να επιστρέψουμε πίσω στο Potsdam για κάποιες ημέρες, έπειτα να ταξιδέψουμε μέχρι τη Φρανκφούρτη, από εκεί να προσγειωθούμε στο Toronto και από εκεί να πετάξουμε ξανά για Halifax. Κουράστηκε κανείς; Εμείς στην ιδέα και μόνο είχαμε ήδη ιδρώσει και ήμασταν ακόμα στην αρχή.

Το Σάββατο (21/03) το πρωί είχαμε ραντεβού με τον Rolland στην είσοδο του λιμένα της Eurogate στο εμπορικό λιμάνι του Bremerhaven για να παραδώσουμε τα οχήματά μας. Με τον κωδικό της κράτησης ανά χείρας, δεν μας πήρε παραπάνω από μισή ώρα για να οδηγήσουμε και να παρκάρουμε τη Χαρά στον προβλήτα όπου θα έδενε το οχηματαγωγό, να παραδώσουμε τα κλειδιά στον υπάλληλο, να ξεβιδώσουμε και να πάρουμε μαζί μας τις πινακίδες της Χαράς, το νούμερο ένα σουβενίρ των λιμενεργατών, να φορτωθούμε τις βαλίτσες μας και να επιστρέψουμε στην είσοδο του λιμένα. Το τρένο μας για το Potsdam έφευγε το μεσημέρι και έτσι είχαμε άπλετο χρόνο στη διάθεσή μας για να βρούμε ένα τρόπο να πάμε από το λιμάνι στο σταθμό των τρένων. Λεωφορεία δεν υπήρχαν που να ενώνουν τους δύο προορισμούς ενώ μία λάθος συνεννόηση με τους φίλους του Rolland οι οποίοι πήραν αυτόν αλλά όχι και μας καθώς δεν χωρούσαμε, μας βρήκε τελικά να κάνουμε ωτοστόπ για πρώτη φορά σε αυτό το ταξίδι! Ο Νίκος είχε ενθουσιαστεί και χαμογελούσε σα χαζός κουνώντας το χέρι προσπαθώντας να κάνει τους ελάχιστους οδηγούς που περνούσαν από εκείνο το σημείο, να δώσουν λίγη σημασία. Η Γεωργία πάλι δεν φάνηκε να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του Νίκου και μάλιστα αναρωτιόταν που την έβρισκε τόση χαρά. Είναι απλό. Ήταν η πρώτη του φορά! Με το κρύο να ξυρίζει και τα μαύρα σύννεφα να μαζεύονται απειλητικά, ο χρόνος περνούσε χωρίς αποτέλεσμα. Χρόνο είχαμε άφθονο και ήταν το μόνο που δεν μας άγχωνε. Ακόμα κι αν όλα πήγαιναν στραβά, είχαμε χρόνο ακόμα και να περπατήσουμε μέχρι το σταθμό. Μέχρι που ένας οδηγός σταμάτησε. Ο Alex ήταν Γερμανός και μόλις είχε παραδώσει κι αυτός τη μηχανή του, μία BMW Dakar F650GS, στον ίδιο προβλήτα φόρτωσης με προορισμό της Ηνωμένες Πολιτείες και παρόμοια ταξιδιωτικά πλάνα με εμάς. Οι συμπτώσεις δεν σταμάτησαν όταν στο δρόμο για το σταθμό ανακαλύψαμε ότι έχουμε έναν κοινό γνωστό. Ο Alex κάπου στη Βουλγαρία και εμείς στο Khartoum, στο Σουδάν είχαμε συναντήσει τον Dave ή Irish όπως ήταν το παρατσούκλι του. Ο Irish ήταν όντως Ιρλανδός που ζούσε όμως στην California και αμφότεροι τον είχαμε συναντήσει στο ταξίδι που έκανε από την Ευρώπη προς το Cape Town μέσω ανατολικής Αφρικής καβάλα σε μία BMW F800GS. Μείναμε να απορούμε πόσο μικρός μπορεί να είναι ο κόσμος μας και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την αντίπερα όχθη μιας και τα οχήματά μας θα συνταξίδευαν στο ίδιο πλοίο. Αργά το βράδυ του Σαββάτου φτάσαμε κατάκοποι στη φίλη μας τη Μαρία, στο Potsdam έχοντας αλλάξει τρία τρένα.

Είχαμε μπροστά μας 13 ημέρες μέχρι την πτήση μας, το μεσημέρι της Παρασκευής στις 3 Απριλίου. Στο μεσοδιάστημα, η Μαρία άλλαζε σπίτι και για μία ακόμα φορά νιώθαμε χρήσιμοι σε κάτι αφού θα βοηθούσαμε στη μετακόμιση, ανταποδίδοντας με κάποιο τρόπο στη μακρά φιλοξενία που μας είχε προσφέρει. Η εβδομάδα κύλησε με αρκετή ξεκούραση αλλά και πακετάρισμα πριν το Σάββατο (28/03), την ημέρα της επίσημης μετακόμισης από το παλιό σπίτι στο καινούριο.

Την Παρασκευή (27/03), μία ημέρα πριν από τη μετακόμιση, έμελλε να θυμηθούμε για μία ακόμα φορά σε αυτό το μακρύ ταξίδι πως όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελά. Όποιος μας ρωτούσε πως τα περνούσαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, λέγαμε μια χαρά είναι η Ευρώπη αλλά λίγο βαρετή έως πολύ προβλέψιμη. Φευ! Καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς έλεγε κάποτε το διαφημιστικό σποτ και η ναυτιλιακή εταιρία έσπευσε να μας θυμίσει πως τίποτε δεν πρέπει να παίρνεις ως δεδομένο σε αυτή τη ζωή. Η κυρία Olomski με την οποία επικοινωνούσαμε τόσο καιρό και είχαμε προγραμματίσει τη φόρτωση και την πληρωμή, με ένα λιτό email μας ενημέρωνε ότι το καναδέζικο τελωνείο, μετά την κατάθεση των εγγράφων της φόρτωσης, είχε εκδώσει οδηγία ακύρωσης της φόρτωσης της Χαράς (DO NOT LOAD instruction) ενώ το ίδιο ίσχυε και για τη Harley του Rolland. Περάσαμε ολόκληρη τη μέρα προσπαθώντας να καταλάβουμε τι είχε πάει στραβά και περιμένοντας τους Καναδούς να άρουν την απαγόρευση μέχρι τις 10 το βράδυ ώρα Γερμανίας οπότε και το πλοίο σήκωνε τις μπουκαπόρτες. Μάταια όμως. Τελικά το πλοίο αναχωρούσε χωρίς τη Χαρά.

Δεν είναι αστείο; Όταν προγραμματίζαμε τη φόρτωση, μόνο και μόνο επειδή γνωρίζαμε τις καθυστερήσεις που περιλαμβάνουν οι ναυτιλιακές μεταφορές (λόγω καιρού, λόγω γεμάτων λιμανιών κλπ), η βασική μας έννοια ήταν να «κουμπώσουμε» την πτήση μας με την παράδοση στη Γερμανία και την άφιξη της Χαράς στον Καναδά και για το λόγο αυτό είχαμε αφήσει αρκετές ημέρες στο ενδιάμεσο. Η εμπειρία μας από το Cape Town όπου περιμέναμε τον Ζήκο 45 ημέρες αντί 18 όπως αρχικά μας είχε ενημερώσει ο πράκτορας, μας είχε κάνει να βάλουμε μυαλό και έτσι να σπάσουμε τις ημέρες της αναμονής σε Γερμανία και Καναδά. Τι κι αν νομίζαμε ότι τα είχαμε προβλέψει σχεδόν όλα! Αυτή ήταν και η πρώτη δυνατή περιπέτεια της δεύτερης σεζόν του ταξιδιού και αν μη τι άλλο δεν είχαμε κανένα παράπονο. Αυτή η ανώτερη δύναμη που ρίχνει τα ζάρια και φέρνει τις αλλαγές, δημιουργεί τις προκλήσεις και τις περισσότερες φορές μας φέρνει προ τετελεσμένων, φρόντιζε να μας δώσει ένα ακόμα μάθημα. Ότι και να κάνουμε, όσο κι αν προσπαθήσουμε, όσο κι αν νομίζουμε ότι τα έχουμε σκεφτεί όλα -ή σχεδόν όλα-, όσα σενάρια κι αν δουλέψουμε στο μυαλό και στο χαρτί, πάντα πάντα ΠΑΝΤΑ κάτι θα μας διαφεύγει και τελικά θα μας κάνει να αναθεωρούμε. Και όσο αυτό το κάτι θα διαφεύγει, τόσο περισσότερο θα πρέπει συνεχώς να αξιολογούμε τι αξίζει και τι δεν αξίζει, τι πρέπει και τι δεν πρέπει, τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε και πάει λέγοντας.

Τελικά αποφασίσαμε να αφήσουμε το χρόνο να δουλέψει από μόνος του μιας και αυτό ήταν το μοναδικό μας πλεονέκτημα περιμένοντας τουλάχιστον μέχρι τη Δευτέρα οπότε και θα επικοινωνούσαμε εκ νέου με τη ναυτιλιακή. Το Σάββατο (28/03) βάλαμε όλοι ένα χεράκι (στην μετακόμιση μετράς τους πραγματικούς φίλους και η Μαρία είχε αρκετούς!) και μέχρι το απογευματάκι είχαμε αδειάσει το παλιό διαμέρισμα και είχαμε γεμίσει το νέο με τα περισσότερα πράγματα που ήταν απαραίτητα για την ομαλή συνέχεια της καθημερινότητας. Την Κυριακή (29/03) αποχαιρετήσαμε τη φίλη μας, της ευχηθήκαμε καλή συνέχεια στο νέο της σπιτικό, την χιλιοευχαριστήσαμε για τη φιλοξενία που μας είχε προσφέρει σχεδόν ένα μήνα και μετακινηθήκαμε στο Berlin. Ο Γιάννης με τη Wesal και το μικρό Φίλιππο μας περίμεναν να μας φιλοξενήσουν για άλλη μία εβδομάδα μέχρι την Πέμπτη (2/4). 

Το δίλημμα πλέον είχε ως εξής: πετάμε κανονικά την Παρασκευή (3/4) και επαφιόμαστε στην ναυτιλιακή για την επίλυση του γόρδιου δεσμού με τους Καναδούς ή αλλάζουμε τα εισιτήρια και περιμένουμε μέχρι να βεβαιωθούμε ότι η Χαρά θα φορτωθεί κανονικά με το επόμενο πλοίο. Εν τέλει, τη Δευτέρα (30/03) το απόγευμα η κυρία Olomski σε συνεργασία με το υπόλοιπο επιτελείο της εταιρίας το οποίο κινητοποιήσαμε, μας ενημέρωσαν ότι το κώλυμα που είχε προκύψει με τα επιπλέον έγγραφα που ζητούσε το καναδέζικο τελωνείο προσπεράστηκε και πως η Χαρά θα μπορούσε να φορτωθεί κανονικά την επόμενη Τετάρτη (8/4). Μάλιστα κατόπιν πιέσεων από μέρους μας, καταφέραμε να αποσπάσουμε ως αποζημίωση το αστρονομικό ποσό των 150 ευρώ αν και η εταιρία ποτέ δεν παραδέχθηκε οιαδήποτε ολιγωρία ή κακή πρακτική ρίχνοντας την ευθύνη στους «απέναντι» και αποφάσισε την εκταμίευση του ποσού σε ένδειξη καλής θέλησης και χωρίς καμία προκατάληψη. O Rolland, με τον οποίο ήμασταν σε συνεχή επικοινωνία, παρέμενε το ίδιο εγκλωβισμένος, εκνευρισμένος και αμήχανος με εμάς αλλά λίγα πράγματα μπορούσε να κάνει κι αυτός από την πλευρά του. Εν κατακλείδι και βασισμένοι μόνο σε υποθέσεις, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η ναυτιλιακή έκανε κάτι λάθος αφού η προϊστορία από άλλες φορτώσεις που παρακολουθούσαμε σε γνωστό ταξιδιωτικό φόρουμ δεν περιείχε τέτοιους είδους εκπλήξεις, τα έγγραφά μας ήταν επαρκή, σωστά και νομότυπα ενώ η σύμπτωση να μπλοκαριστούν τόσο η Χαρά όσο και η μηχανή του Ούγγρου φίλου μας είχε τουλάχιστον μία οσμή γκάφας. Φτάνοντας στο Halifax και παραλαμβάνοντας το βαν, ίσως να είχαμε μία ευκαιρία να μάθουμε αν και τι πήγε στραβά, αλλά μάλλον δε θα είχε και πολύ σημασία.

Η υπόλοιπη εβδομάδα κύλησε με περισσότερες βόλτες -όλες για πάρτη του Φίλιππου- αφού η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στη γερμανική πρωτεύουσα και τι πιο ωραίο για έναν μπόμπιρα που το μοναδικό που θέλει είναι να τρέχει, να παίζει, να τραγουδάει και να γελάει. Στο μεταξύ, ανταμώσαμε για τελευταία φορά και με τον Θάνο ο οποίος είχε βάλει μπροστά το σχέδιο μόνιμης εγκατάστασης στο Berlin έχοντας ξεκινήσει εντατικά μαθήματα γλώσσας και ψάχνοντας σαν τρελός μόνιμη απασχόληση.

Την Πέμπτη (2/4) αποχαιρετήσαμε την ελληνοαιγυπτιακή οικογένεια του Βερολίνου που με τόση αγάπη και ζεστασιά μας είχε υποδεχτεί και φιλοξενήσει δύο φορές και πήραμε το τρένο για το νότο. Είχαμε να αλλάξουμε συνολικά 5 τρένα μέχρι τον τελικό προορισμό και μία ακόμα φορά είχαμε αφήσει άπλετο ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη μεσημεριανή πτήση της Παρασκευής στην οποία το αγαπημένο μας VitaraClub -δια αντιπροσώπου- ήταν εκεί να μας κουνήσει μαντήλι για μία ακόμα φορά. Ο Θωμάς από την Καστοριά που εδώ και πολλά χρόνια ζει και εργάζεται στην Φρανκφούρτη, ήταν εκεί για να μας κεράσει τον τελευταίο καφέ και να μας ξεπροβοδίσει. Να’ σαι καλά ρε Θωμά, να’ στε όλοι καλά Vitaroοικογένεια!


Εκείνη την Πέμπτη ο Νίκος έκλεινε 32 χρόνια ζωής και τι πιο ωραίο να το γιορτάσεις ταξιδεύοντας με τρένο. Κεράκι δεν έσβησε, όπως το συνηθίζει άλλωστε, και ούτε κατά διάνοια έκανε τον απολογισμό που οι περισσότεροι κάνουν όταν προσθέτουν ένα έτος ακόμα. Τι έκανα λάθος, τι να διορθώσω, τι να προλάβω να κάνω που δεν έκανα, τι να ζήσω που δεν έζησα, τι να μετανιώσω και τι όχι. Αν τον ρωτήσετε, θα ισχυριστεί ότι δεν προλάβαινε αφού είχε τόσα να ζήσει μπροστά του. Κανείς δε μπορεί να πει με βεβαιότητα αν είχε δίκιο ή άδικο και η μοναδική του δικαιολογία ήταν η φόρα που είχε πάρει τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι στις 2 το μεσημέρι της Παρασκευής (3/4), η πτήση της IcelandAir από Φρανκφούρτη με προορισμό το Toronto αναχωρούσε και μαζί της έπαιρνε το Νίκο και τη Γεωργία έτοιμους -ή σχεδόν έτοιμους- για τη δεύτερη σεζόν του Pin Project. Εσείς είστε έτοιμοι για τη δεύτερη σεζόν; 




Τοπικό νόμισμα FYROM: Macedonian Denar - Ισοτιμία: 1 ευρώ ≈ 60.9 Denars

Τοπικό νόμισμα Serbia: Serbian Dinar - Ισοτιμία: 1 ευρώ ≈ 122 Dinars

Τοπικό νόμισμα Hungary: Hungarian Forint - Ισοτιμία: 1 ευρώ ≈ 305 Forints

Τοπικό νόμισμα Polland: Polish Zloti - Ισοτιμία: 1 ευρώ ≈ 4.1 Zloti




Μέση τιμή πετρελαίου FYROM: 0.829 euro/lt

Μέση τιμή πετρελαίου Polland: 1.112 euro/lt 

Μέση τιμή πετρελαίου Germany: 1.179 euro/lt


 



Οδηγική εμπειρία και όχημα: Αν υπολογιστεί το γεγονός ότι ο χειμώνας αυτός δεν ήταν ο πιο βαρύς που έχει υπάρξει στις χώρες που διασχίσαμε και ότι η κατώτερη θερμοκρασία ήταν -6 στο Zakopane -κι αυτό το βράδυ-, ότι ακολουθήσαμε αυστηρά το κεντρικό οδικό δίκτυο και κυρίως τους αυτοκινητόδρομους οι οποίοι ήταν κατά γενική ομολογία σε εξαιρετική κατάσταση –αν εξαιρέσουμε τη νότια ΠΓΔΜ και ολίγον από νότια Σερβία-, ότι η μέση ωριαία ταχύτητά μας ήταν κάτω από 60 χλμ/ώρα, τότε η εμπειρία είναι κάτι παραπάνω από θετική σε όλες τις χώρες. Η Ευρώπη είναι εύκολη -ειδικά για όσους προέρχονται από την αθηναϊκή ζούγκλα-, βατή και με λίγη προσοχή μπορείς να πας παντού -ή σχεδόν παντού- ακόμα και μες τον χειμώνα. Βενζινάδικα και σταθμοί αναψυχής και ξεκούρασης υπάρχουν αρκετοί μέχρι και την Πολωνία. Στη Γερμανία δεν υπάρχει βενζινάδικο επάνω στην εθνική ούτε για δείγμα παρά μόνο στις εξόδους καθώς και στο επαρχιακό δίκτυο. Σε αρκετές χώρες (Σερβία, Πολωνία, Γερμανία και Ολλανδία) παράλληλα με τη γραμμή που οριοθετεί την ΛΕΑ, υπάρχει μία επιπλέον γραμμή που περικλείει κάποια ιδιαίτερη τεχνολογία-σύστημα ηχητικής ειδοποίησης του οδηγού ότι κινείται προς το χαντάκι όταν οι δεξιές ρόδες έρχονται σε επαφή με την ειδική αυτή γραμμή (φαντάσου μικρά γαρμπίλια που έχουν εντυπωθεί ομοιόμορφα και διακεκομμένα επάνω στην άσφαλτο και ένα βουητό ακούγεται στην καμπίνα όταν τα πατάς ειδοποιώντας σε ότι έχεις ξεφύγει). Τέλος, σε όλες τις χώρες είναι υποχρεωτικά τα αναμμένα φώτα ανεξαρτήτου οδικού δικτύου (κύριου ή επαρχιακού) 24 ώρες το 24ωρο.

Χειρότεροι και πιο επικίνδυνοι νταλικέρηδες από τις χώρες που διασχίσαμε, πρώτοι και με διαφορά οι Πολωνοί. Στον αντίποδα, αν υπήρχε βραβείο για τους πιο τυπικούς, προσεκτικούς και ανεκτικούς οδηγούς φορτηγών, αυτό με διαφορά θα το δίναμε στους Γερμανούς.

Σε όλες τις μεγαλουπόλεις και πρωτεύουσες, το πάρκινγκ εντός του κέντρου πόλεως είναι επί πληρωμή με την ώρα και μόνον το βράδυ και τα σαββατοκύριακα είναι δωρεάν. Παιδευτήκαμε πολύ ειδικά σε Nis, Belgrade, Budapest, Zakopane και Krakow αλλά τα LIDL πάντα μας έδιναν τη λύση αφού και δωρεάν πάρκινγκ παρέχουν και φρεσκοψημμένα κρουασάν το επόμενο πρωί. 

Η Χαρά τα πήγε κάτι παραπάνω από εξαιρετικά, φορτωμένη με όλο τον εξοπλισμό και προμήθειες και η οδηγική συμπεριφορά ήταν κατά πολύ βελτιωμένη σε σχέση με τις δοκιμές όταν ήταν άδεια. Τα on-off ελαστικά δεν χρειάστηκαν πουθενά λόγω ήπιου χειμώνα και ασθενών χιονοπτώσεων ενώ και στο Zakopane που ζοριστήκαμε στον πάγο, δεν ήταν αρκετά να κάνουν τη διαφορά (αν δεν έχεις τετρακίνηση, σε τέτοιες περιπτώσεις δε σε σώζει τίποτε). Όταν κάναμε την αντικατάσταση και βγάζαμε τα 100% ασφάλτινα που φορούσε, πρόθεσή μας ήταν να είμαστε όσο πιο τυπικοί και νόμιμοι γίνεται σε περίπτωση βαρύ χειμώνα σε Πολωνία και Γερμανία όπου η χρήση είναι υποχρεωτική και όλοι έχουν βάση νόμου 2 τετράδες ελαστικά. Εκ των υστέρων, αποδείχτηκε ότι δεν χρειάζονταν τα 50/50 ελαστικά αλλά σε αυτή τη μάχη με τις προβλέψεις και το νόμο, πάντα είμαστε ένα βήμα πίσω και μάλλον θα συνεχίσουμε να είμαστε. 

Στο Αλιβέρι και πριν την αναχώρηση, η Χαρά ζυγίστηκε και η πλάστιγγα απεφάνθη 2.550 κιλά. Με το βάρος αυτό, τα on-off ελαστικά, την κίνηση σε αυτοκινητόδρομους με αρκετά υψηλή ταχύτητα για τα δεδομένα μας (80-90 χλμ/ωρα) και το καλοριφέρ πάντα ανοιχτό, η κατανάλωση κυμάνθηκε στα 7.9 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα που διανύσαμε αλλά πιστεύουμε ότι μπορούμε να την ρίξουμε κι άλλο.

Όσον αφορά τα απαραίτητα έγγραφα, στο Υπουργείο Συγκοινωνιών έχουν μαύρα μεσάνυχτα και κάνοντας έρευνα μέσω διαδικτύου μάθαμε τι ακριβώς χρειάζεται να έχει κάποιος που ταξιδεύει στην Ευρώπη με ξένες πινακίδες. Τελικά, κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί μας και τη μοναδική φορά που μας σταμάτησαν, πιο πολύ τους ενδιέφεραν τα διαβατήριά μας παρά τα χαρτιά του αυτοκίνητου. Σε κάθε περίπτωση και προς γνώση όλων, είχαμε φροντίσει να προμηθευτούμε με την πράσινη κάρτα, την οποία εκδίδει δωρεάν ο ασφαλιστής μας, με την προϋπόθεση ότι το όχημα είναι ασφαλισμένο στην εκάστοτε χώρα. Επίσης φροντίσαμε να απαλλαγούμε από την άδεια κυκλοφορίας που είναι τυπωμένη σε χαρτί Α4 και περισσότερο θυμίζει μπακαλόχαρτο παρά επίσημο έγγραφο ενώ αναφέρει τα πάντα στα ελληνικά. Αντί αυτής, ζητήσαμε από το Υπουργείο να μας τυπώσει το κλασσικό πράσινο τρίπτυχο, το οποίο περιλαμβάνει κάποιες επικεφαλίδες μαζί με τα προσωπικά στοιχεία στα αγγλικά. Στην αρχή προσποιήθηκαν άγνοια και έλλειψη τρίπτυχων μέχρι που τους είπαμε ότι το όχημα θα ταξιδέψει στο εξωτερικό. Και τρίπτυχα βρήκαν και μέσα σε λιγότερο από μισή ώρα το είχαμε στα χέρια μας. 



Η ιστορία αυτή είναι εξαιρετικά αφιερωμένη στον αγαπημένο φίλο και φανατικό λαθρεπιβάτη, Νίκο Χαρτζουλάκη από την Αθήνα ;-)





Πατήστε εδώ για τις φωτογραφίες


Πατήστε εδώ για τις φωτογραφίες του Θάνου


7 σχόλια:

  1. Καλό δρόμο ρε παιδιά, καλά να περνάτε σε όποια γωνιά του πλανήτη κι αν βρίσκεστε κι όταν με το καλό τελειώσετε με τη γη,έχει σειρά και το mars one project!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλό ταξίδι και καλή διασκέδαση να 'χετε !

    Εμείς θα περιμένουμε να διαβάσουμε τις περιπέτειές σας με αγωνία όπως πάντα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Επικές συναντήσεις! Καλά, η Ειρήνη είναι μεγάλη ψυχή ;-)

    Άντε, καλή συνέχεια στην απέναντι ήπειρο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. μπραβο σας παιδια για την πιστη στο ονειρο που δειχνετε.
    ακομα δεν μπορω να χωνεψω πως περασατε εξω απο το σπιτι μου και δεν σας ειδα,
    μενω κατερινη.σας ευχομαι ολοψυχα καλο ταξιδι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. μπραβο σας παιδια σας ευχομαι καλη συνεχεια και καλες διαδρομες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. αντε ρε παιδια,παριμενουμε νεα σας απο την αμερικη.
    αβερκιος

    ΑπάντησηΔιαγραφή