Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

The Moroccan Pin (incl. Western Sahara)

 
ΜΑΡΟΚΟ & ΔΥΤΙΚΗ ΣΑΧΑΡΑ 
(Τρίτη 29 Μαϊου - Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012)



Οι πινέζες μας: Tetuan, Chefchaouen, Rabat, Mehdia, Fes, Azrou, Gorges du Ziz, Merzouga, Gorges du Todra, Agoudal, Tinerhir, Gorges du Dades, Ouarzazate, Marrakesh, Essaouira, Tan Tan, Boujdour, Dakhla


Ceuta - Dakhla: 4.001 χλμ σε Αφρικάνικο –θεωρητικά- έδαφος. Τα πρώτα χλμ εκτός Ευρώπης με πολύ άγχος, αμηχανία, περιέργεια, μία δυνατή εμπειρία-περιπέτεια στον Μεγάλο Άτλαντα και τέλος πολλά χρώματα, μυρωδιές και αρώματα. 



 

 

Πολύ νωρίς την Τρίτη το πρωί πατήσαμε το πόδι μας στην Αφρική! Σε ευρωπαϊκό έδαφος βέβαια, μιας και οι Ισπανοί έχουν φροντίσει να κρατήσουν ένα μίνι φορολογικό παράδεισο στην αντίπερα όχθη, τη Θεούτα (και τη Μελίλα πιο ανατολικά). Μέχρι και η ταμπέλα προς Μαρόκο είναι στα Ισπανικά. Φουλάραμε τον Ζήκο και κατευθυνθήκαμε προς τα σύνορα. Μέσα σε μισή ώρα είχαμε ξεμπερδέψει καθώς δεν απαιτείται βίζα για την είσοδο στη χώρα και πιο πολύ καθυστερήσαμε για τη χαρτούρα του Ζήκου. Εννοείται ότι μας την έπεσαν Μαροκινοί "δήθεν" υπάλληλοι από τον Οργανισμό Τουρισμού για να μας βοηθήσουν τάχα μου με τις διατυπώσεις. Τους απωθήσαμε με τον τρόπο μας και αφού πήραμε όλα τα απαραίτητα έγγραφα ξεχυθήκαμε στο Μαρόκο.

Πρώτος προορισμός το ορεινό Σεφσαουέν στα βουνά του Ριφ με μία μικρή καθυστέρηση όμως. Κατευθυνόμενοι προς νότο και διασχίζοντας το Τετουάν, μία μικρή κωμόπολη, μας πλαγιάζει ένας Μαροκινός με ένα παπί και μας αρχίζει στο πίρι πίρι ότι τάχα μου έχει παζάρι στη Μεδίνα όπου συμμετέχουν και Τούαρεγκ. (Μεδίνα: Πόλη στη Σ. Αραβία όπου βρήκε καταφύγιο ο προφήτης Μωάμεθ. Συμβολικά, οι περισσότερες πόλεις στο Μαρόκο έχουν τη λεγόμενη Μεδίνα, την αρχαία πόλη δηλαδή η οποία είναι περιστοιχισμένη από υψηλά τείχη, είναι πραγματικός λαβύρινθος και σε αυτήν κατοικεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού). Δεν πτοηθήκαμε και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Στο επόμενο φανάρι να σου το πάλι το λαμόγιο.
-Ακολουθήστε με, λέει, να σας πάω μέχρι εκεί. Λέμε και μεις, ας πάμε. Την ψυλλιαστήκαμε ότι ο τύπος είναι "δήθεν" ξεναγός και τον ρωτήσαμε αν ισχύει κάτι τέτοιο. Μας το διέψευσε και μας απάντησε ότι απλά μας συμπάθησε. Να μην τα πολυλογούμε, μας έκανε μία κατά τ' άλλα καλή ξενάγηση στην αρχαία πόλη, μας πέρασε από όλες τις αγορές με λαχανικά, ψαριά, κρέατα, υφαντά, παπούτσια κτλ και καταλήξαμε να πιούμε το περιβόητο τσάι μέντας. Που άλλου, μα φυσικά σε κατάστημα με χαλιά και κιλίμια.

Παρένθεση: Το κλασσικό παραμύθι που σου πουλάνε όλοι οι Μαροκινοί πωλητές είναι ότι το κατάστημά τους ανήκει σε συνεταιρισμό, ότι δεν θα βρεις πουθενά τόσο ανταγωνιστικές τιμές, ότι είσαι ο πρώτος πελάτης της ημέρας και ότι θα του φέρεις τύχη αν ψωνίσεις κάτι, ότι μόνο στην πόλη του θα βρεις το συγκεκριμένο αντικείμενο είτε αυτό είναι δερμάτινο, είτε χαλί κλπ.

Δε μας χάλασε καθόλου η όλη επίδειξη βέβαια μιας και ξέραμε ότι δεν πρόκειται να ψωνίζαμε ούτε καρφίτσα. Πονηρός αυτός, πονηροί και μεις. Τον αρχίσαμε για την ελληνική κρίση και τα σχετικά και τον αποφύγαμε πανηγυρικά. Ο καψερός όμως είχε προλάβει να μας αραδιάσει καμιά 30αρια χαλιά, όλα χειροποίητα, εξηγώντας για το καθένα την ιστορία του και την ιστορία της τέχνης γενικότερα. Ωραίο μάθημα και προπάντων τσάμπα! Το λαμόγιο που μας πήγε μέχρις εκεί κατέβασε κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και όταν ήρθε η ώρα να πάρει το κατιτίς του, του δώσαμε ένα ταψάκι που είχαμε πάρει μαζί μας για ανταλλαγή. Μας χάλασε λίγο που ακόμα δεν είχαμε μπει στη χώρα, μας πήρε ο άλλος από το χεράκι και μας έκανε με το ζόρι ξενάγηση αλλά είπαμε την επόμενη φορά να είμαστε πιο προσεκτικοί.

Με τα πολλά φτάσαμε στο Σεφσαουέν, στο camping Azilan. Σαν πάρκινγκ ήτανε, αλλά με 8 ευρώ τη βραδιά και τσάμπα wifi μια χαρά ήτανε. Όπως και σε άλλα κάμπινγκ που επισκεφτήκαμε στη συνέχεια, η σκιά ήταν άγνωστη λέξη (ειδικά για τροχόσπιτα και αυτοκίνητα) ενώ οι τουαλέτες απλά άθλιες. Πάλι καλά που το εστιατόριο-μαγειρείο ήταν πολύ καλό. Δοκιμάσαμε μοσχάρι με κους κους και μοσχάρι tanjine (τοπικές Μαροκινές συνταγές) τα οποία έφτιαξαν εκείνη την ώρα.
Πολλή αμηχανία και πολλές σκέψεις. Με αυτά κοιμηθήκαμε και με αυτά ξυπνήσαμε. Που πάμε; Πως θα πάμε; Τι θα κάνουμε; Που θα μείνουμε; Η Ευρώπη όσο να' ναι σου εξασφάλιζε μία σιγουριά και μία ασφάλεια. Σημειώσεις είχαμε αρκετές (για campings, διαδρομές κλπ) αλλά και πάλι, άλλο η θεωρία και άλλο η πράξη. Αλλάξαμε και συσκευή GPS με τους αφρικανικούς χάρτες και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι μας γινότανε. Είχαμε συνηθίσει τη μανίτσα να μας λέει "Σε 200 μέτρα στρίψτε δεξιά". Το καλό με το Μαρόκο, βέβαια, είναι ότι είναι φτιαγμένο με τα Γαλλικά πρότυπα. Έχει παντού κυκλικές διαδρομές, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο κέντρο και γενικώς υπάρχει μόνο ένας δρόμος (στο επαρχιακό δίκτυο). Μ' αυτά και μ' αυτά αναχωρήσαμε για Ραμπάτ, βασικό προορισμό για να πάρουμε τις βίζες για Μάλι και Μαυριτανία. 

Το Ραμπάτ, παρ' όλο που είναι η πρωτεύουσα της χώρας, δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνεις και να δεις και οι περισσότεροι τουριστικοί οδηγοί το αφήνουν σκόπιμα απ' έξω προωθώντας την Καζαμπλάνκα, τη Φεζ και το Μαρακές. Αφού κάναμε τα ψώνια μας σε Super Market ευρωπαϊκών προδιαγραφών στην Κενίτρα, κατευθυνθήκαμε προς Ραμπάτ. Κατά τις 5 το απόγευμα φτάσαμε στην πόλη και αρχίσαμε να ψάχνουμε για το Camp Rabat στο οποίο είχαν μείνει κι άλλοι overlanders ενώ το ανέφερε και το GPS. Κάναμε 100 χιλιόμετρα μέσα στην πόλη και μετά από 3 ώρες με νεύρα κρόσσια και την ψυχολογία στο ναδίρ, μπήκαμε στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκαμε μπροστά μας. Κάμπινγκ στο Ραμπάτ, όπως μάθαμε, δεν υπήρξε ποτέ κι αν υπήρξε είχε κλείσει. Κανείς δεν μας είπε με βεβαιότητα. Η ουσία είναι ότι μέσα στην κούραση αναγκαστήκαμε να σκάσουμε 97 ευρώ για δωμάτιο και πάρκινγκ. 

Την επόμενη, είπαμε να χαλαρώσουμε και να το δούμε από τη θετική πλευρά του. C'est la vie. Στραβές θα τυχαίνουν, δε μας παίρνει από κάτω. Πήγαμε λοιπόν να βρούμε τις πρεσβείες της Μαυριτανίας και του Μάλι για να κάνουμε αίτηση για βίζες. Χωρίς να γνωρίζουμε τα ωράρια, την πρώτη πρεσβεία την βρήκαμε κλειστή. Δοκιμάσαμε την τύχη μας στη δεύτερη και επιβραβευτήκαμε. Αφού συμπληρώσαμε τις αιτήσεις και πληρώσαμε 70 ευρώ, ο ευγενέστατος κύριος -ο οποίος μόλις άκουσε για Ελλάδα θυμήθηκε τον "εθνικό μας ευεργέτη" ΠΑΣΟΚ (τραγικό;)- μας είπε να πάμε ξανά σε 4 ώρες να παραλάβουμε τις βίζες.

Στο δρόμο για τις δύο προαναφερθείσες πρεσβείες είχε πάρει το μάτι μας και την Ελληνική. Οπότε λέμε, δεν πάμε να πούμε μια καλημέρα στους πατριώτες να περάσει και η ώρα; Όπερ και εγένετο. Η κα Γιώτα μας υποδέχθηκε και αμέσως πιάσαμε την κουβέντα για το τι κάνουμε εμείς στο Μαρόκο. Επάνω στην κουβέντα, έκανε την εμφάνιση του ο κος Πιστικός. Ο κος Κώστας Πιστικός εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία και παράλληλα είναι πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας του Μαρόκο. Θρυλική φυσιογνωμία, αστείρευτο χιούμορ και τρομερή διάθεση. Μόλις του είπαμε για το κάζο με το κάμπινγκ και ότι θα περνούσαμε κάποιο χρόνο στο Ραμπάτ για τις βίζες, κατευθείαν προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει. Στο μεταξύ, την Παρασκευή το πρωί πεταχτήκαμε και μέχρι τους αγενέστατους Μαυριτανούς να κάνουμε τις κλασσικές αιτήσεις. Κόστος 68 ευρώ! Τη Δευτέρα θα τις είχαμε στα χέρια μας και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε.

Για δύο ημέρες (Πέμπτη & Παρασκευή) νιώσαμε και πάλι την ελληνική (και γερμανική!) φιλοξενία. Ο κος Κώστας και η σύζυγός του κα Μέτα μας περιποιήθηκαν, μας έκαναν βόλτα στη Μεδίνα, μας φίλεψαν σπιτικές ελιές και το Σάββατο κινήσαμε εμείς προς Μέντια και εκείνοι προς Θεούτα, αμφότεροι για weekend. 


Η Μέντια είναι ένα παραλιακό ψαροχώρι περίπου 40 χλμ έξω από το Ραμπάτ και εκεί είπαμε να περάσουμε το σου κου μιας και είχε καμπινγκ. Στη Μέντια απολαύσαμε φρέσκο ψάρι (η Γεωργία δηλαδή γιατί εγώ την έβγαλα με γαρίδες) με 15 ευρώ μόνο (μαζί με ένα λίτρο CocaCola!). Την Κυριακή το απόγευμα είδαμε και φωτογραφίσαμε το ομορφότερο ηλιοβασίλεμα της ζωής μας (μέχρι στιγμής). Μία απέραντη αμμώδης παραλία μήκους 10 χλμ και βάλε και ένας Ατλαντικός με μία ατελείωτη άμπωτη συνέθεταν το σκηνικό. Οι φωτογραφίες μιλούν από μόνες τους. 

Δευτέρα πρωί, αφού κάναμε μία ακόμα γνωριμία με ένα ζευγάρι Γερμανών ταξιδευτών οι οποίοι είχαν χαράξει ακριβώς την ίδια διαδρομή με εμάς (μόνο ο κύριος καθώς η κυρία είχε προγραμματίσει να πάρει το αεροπλάνο από Αγκαντίρ και να γυρίσει πίσω στη Γερμανία για δουλειά τέλος Ιουνίου), κατευθυνθήκαμε προς την Μαυριτανική Πρεσβεία. Στις 3 το μεσημέρι είχαμε τις βίζες στα χέρια μας και φύγαμε καρφί για Μεκνές. Στις σημειώσεις μας (και το gps) αναφερόταν ένα καμπινγκ ακριβώς δίπλα στους βασιλικούς στάβλους. Φευ.. Κλειστόν! Όπως καταλαβαίνετε, με νωπές τις μνήμες της περιπέτειας στο Ραμπάτ, δεν σταθήκαμε λεπτό και συνεχίσαμε για Φεζ. Μετά από 80 περίπου χιλιόμετρα φτάσαμε στο Camping Diamond Vert. Μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα με bungalows, camping, πισίνες και τα ρέστα. Με την βραδιά να είναι στα 8 ευρώ, μέσα δηλαδή στα οικονομικά μας στάνταρτς, βολευτήκαμε κάτω από κάτι τεράστιους ευκαλύπτους. Πολύ ωραίο κάμπινγκ με απίστευτη σκιά, μέτριες τουαλέτες, 4 πισίνες, νεροτσουλίθρες και μία πίστα για χορό όπου ο dj έπαιζε στη διαπασών όλες τις τελευταίες αραβικές και ευρωπαϊκές επιτυχίες από το πρωί ως το βράδυ (στην κυριολεξία!). Την Τρίτη δεν κάναμε απολύτως τίποτα. Λιώσαμε στο καθισιό, βάλαμε τρεις μπουγάδες, λύσαμε καμιά 10αρια σταυρόλεξα, φτιάξαμε χοτ-ντογκ και την πέσαμε σχετικά νωρίς. 


Για την Τετάρτη είχαμε προγραμματίσει επίσκεψη στην περιβόητη Μεδίνα της Φεζ. Όπως αναφέρει η πλειοψηφία των τουριστικών οδηγών, στη συγκεκριμένη Μεδίνα χρειάζεσαι οπωσδήποτε ξεναγό, σε διαφορετική περίπτωση χάνεσαι καθώς ο προσανατολισμός είναι άγνωστη λέξη.  Μετά από ένα μπαράζ διαπραγματεύσεων με τα λαμόγια της ρεσεψιόν, οι οποίοι πραγματικά μας έκαναν να σιχαθούμε τους Μαροκινούς και τα ηλίθια τεχνάσματά τους, κλείσαμε το πακέτο βανάκι-ξεναγός στα 40 ευρώ από 50 που ήταν αρχικά (μιας και το κάμπινγκ ήταν εκτός κέντρου πόλης). 

Η Φεζ υπήρξε πρωτεύουσα του Μαρόκο μέχρι και το 1912 και αποτέλεσε μεγάλο εμπορικό κέντρο για πάρα πολλά χρόνια ενώ εκεί κατέληγε η διαδρομή του χρυσού που ξεκινούσε από το Τιμπουκτού. Η  Μεδίνα του Φεζ Ελ Μπαλί εικάζεται ότι αποτελεί το μεγαλύτερο αστικό κέντρο χωρίς αυτοκίνητα στον κόσμο και περίπου το 80 τοις εκατό του πληθυσμού (1 εκ. συνολικά) κατοικεί εντός της Μεδίνας. Περίπου 9.000 στενά δρομάκια συνθέτουν έναν μαγικό λαβύρινθο με αγορές ψωμιού, κρέατος, λαχανικών, ψαριών, υφαντών, χαλιών, μεταξιού, δερμάτινων ειδών, ειδών προικός, ειδών γάμου και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σας. Η Μεδίνα χωρίζεται σε τετράγωνα, ή γειτονιές αν προτιμάτε, στο καθένα από τα οποία υπάρχει μία πύλη η οποία ανά πάσα στιγμή μπορούσε να σφραγιστεί έτσι ώστε να προστατευτεί ο πληθυσμός. Συμβολικά, από τα πέντε τεντωμένα δάχτυλα του χεριού της Φατιμά -σύμβολο καλής τύχης-, το κάθε τετράγωνο έχει 5 σημεία αναφοράς. Ένα σχολείο για το κοράνι, ένα τζαμί, ένα φούρνο, μία πηγή νερού και ένα χαμάμ. Σήμα κατατεθέν της πόλης τα βυρσοδεψεία. Η εικόνα των χρωματιστών χτιστών στέρνων όπου μέσα βάφονται τα δέρματα από κατσίκα, πρόβατο, μοσχάρι και καμήλα είναι χαρακτηριστική όπως και η έντονη δυσοσμία ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες (οι ντόπιοι το παρομοιάζουν με Camel ή Channel No5 και Channel No10 το πιο hardcore).

Στη συνέχεια, αποφασίσαμε να κινηθούμε νότια και ανατολικά προς την έρημο και τα σύνορα με Αλγερία. Με μία στάση λίγο έξω από το Αζρού σε ένα ολοκαίνουριο κάμπινγκ (Euro Camping) και άλλη μία στο φαράγγι του Ziz (Camping Jurassique), φτάσαμε στη Μερζούγκα. Ένα τουριστικό χωριό ακριβώς δίπλα στους αμμόλοφους της Σαχάρα που το μοναδικό που έχει να σου προσφέρει είναι βόλτα με καμήλες/ 4Χ4/ "γουρούνες" στην έρημο του Erg Chebbi. Δεν κάναμε την κλασσική τουριστική βόλτα αλλά περπατήσαμε για λίγο -μιας και δεν αντέχεις και πολύ- μέσα στους αμμόλοφους, βγάλαμε φωτογραφίες και παίξαμε στην άμμο. Το κάμπινγκ άλλωστε ήταν δυο βήματα από την αρχή της ερήμου.

Μεγάλη στιγμή όταν η Γεωργία ακούμπησε για πρώτη φορά φίδι. Όσοι την ξέρουν καλά μπορούν να καταλάβουν. Στο camping στο Αζρού, ένας χαμογελαστός Βερβέρος, ο Αλί, είχε 6 πολύχρωμους παπαγάλους από διάφορα σημεία του πλανήτη (Αμαζόνιο, Αυστραλία κλπ) και ένα βόα ενός έτους, τον Maah. Όλο το βράδυ τριγυρνούσε στο μυαλό της η μοναδική ευκαιρία που είχε να ξεπεράσει μία μεγάλη της φοβία. Οι περιστάσεις ήταν ιδανικές μιας και ο βόας δεν είναι δηλητηριώδης ενώ ο Maah ήταν "του σπιτιού". Αφού τον τάισε μερικά ποντικάκια και ήταν πλέον χορτάτος, η Γεωργία πλησίασε και μετά από λίγο έβαλε το χέρι της στο κλουβί και ένιωσε το δέρμα του. Μεγάλη στιγμή πραγματικά!

Μετά τους αμμόλοφους της Μερζούγκα αποφασίσαμε να κινηθούμε καθαρά εντός ερήμου και πιο συγκεκριμένα να ακολουθήσουμε τη διαδρομή από το Ταούζ, το τελευταίο χωριό πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλγερία, προς Ταγκουνίτ. 240 χλμ μέσα στην έρημο παράλληλα με τα αλγερινά σύνορα. Με τη Γεωργία να έχει πολλούς ενδοιασμούς και άγχη, σχεδιάσαμε τελικά τη διαδρομή στο GPS και ετοιμαστήκαμε για περιπέτεια. Δευτέρα πρωί ξυπνήσαμε πολύ νωρίς για τα δεδομένα μας και αφού προμηθευτήκαμε 18 λίτρα νερό κινήσαμε προς ανατολάς. 

Φτάνοντας στο Ταούζ, μας την πέφτει το κλασσικό μαροκινό λαμόγιο και μας αρχίζει το παραμύθι ότι στα 60 χλμ υπάρχει ένα ποτάμι μήκους 6χλμ το οποίο λόγω ξηρασίας είναι γεμάτο άμμο-πούδρα στο οποίο σίγουρα θα κολλούσαμε αλλά μπορούσε να μας δείξει μία παράκαμψη από το βουνό. Η Γεωργία δεν ήθελε και πολύ.. Βούρκωσε, αγχώθηκε και ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει. Από την άλλη διψούσαμε (εγώ περισσότερο.. χεχε) για περιπέτεια και είχαμε απίστευτα θετική ψυχολογία. Το μαροκινό καθίκι είχε καταφέρει να φρικάρει τη Γεωργία και να αγχώσει εμένα. Γνωρίζαμε για το ποτάμι και το βαθμό δυσκολίας αλλά από την άλλη κατά μήκος της διαδρομής υπήρχαν αρκετοί νομάδες, τουρίστες και πανδοχεία της ερήμου όπου με κάποιο τρόπο θα μπορούσες να αναζητήσεις πιο αξιόπιστες πληροφορίες και ίσως βοήθεια. Με τα πολλά αποφασίσαμε να το κάνουμε και να πάρουμε τη «βοήθεια του κοινού». Ο Μουσταφά αποδείχτηκε μεγάλη λέρα καθώς μας ζήτησε ακατέβατα 75 ευρώ. Όσο παζάρι και να του κάναμε δεν κατέβηκε ούτε σεντς. Φυσικά και φύγαμε ξενερωμένοι περισσότερο με τη λογική της εκμετάλλευσης του τουρίστα-ταξιδευτή παρά για το ότι δεν πήγαμε στην έρημο. Επιπλέον, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορείς να γνωρίζεις αν οι ντόπιοι σου λένε πραγματικά την αλήθεια ή αν έχουν πρόθεση να σε εξαπατήσουν.

Μ’ αυτά και μ’αυτά αποφασίσαμε να κινηθούμε προς βορρά και πιο συγκεκριμένα τον Μεγάλο Άτλαντα, τα περίφημα φαράγγια του Τόντρα και Ντάντες και τις χωμάτινες διαδρομές-πίστες. Πίσω προς Αρφούντ, από κει προς Τινερχίρ και κατευθείαν μέσα στο φαράγγι του Τόντρα. Εντυπωσιακό και επιβλητικό. Διανυκτερεύσαμε σε ένα κάμπινγκ (Camping Atlas) κυριολεκτικά μέσα στο φαράγγι κάτω από πανύψηλες χουρμαδιές με το νερό να κυλάει ακριβώς δίπλα μας και τα βατράχια να δίνουν δυνατό live για μία ακόμα βραδιά. Αλήθεια, όποιο μέρος επισκεφτήκαμε στο Μαρόκο, τα βατράχια είναι παρόντα κάθε βράδυ και σε διάφορα μεγέθη. Και εννοείται ότι η Γεωργία πλένει δόντια με συνοδεία! 

Τρίτη πρωί λοιπόν χαράξαμε πορεία για Αγκουντάλ διασχίζοντας το φαράγγι του Τόντρα και φτάνοντας μέχρι τα 2.600 υψόμετρο. Ο Ζήκος κάποια στιγμή ανέβασε θερμοκρασία επικίνδυνα αλλά βάζοντας το καλοριφέρ στο φουλ και σταματώντας για μερικές φωτογραφίες, φτάσαμε μέχρι το Αγκουντάλ χωρίς προβλήματα. Μέχρι στιγμής είχαμε κάνει μία πανέμορφη διαδρομή περνώντας από Βερβέρικα χωριά με πετρόχτιστα σπιτάκια στα υψίπεδα του Άτλαντα και ήμασταν περίπου στα 2.400 υψόμετρο. Η συνέχεια έλεγε είσοδο σε μία πίστα περίπου 30 χλμ που έφτανε μέχρι τα 3.000 μέτρα και μετά κάθοδος προς την κοιλάδα και το φαράγγι του Ντάντες. Η Γεωργία για μία ακόμα φορά σφιγμένη με εμένα να μην κρατιέμαι να μπω σε χώμα.. Επιτέλους και λίγο off road

Και κάπου εδώ ξεκινάει η αληθινή περιπέτεια –η πρώτη του ταξιδιού. Ώρα 2 το μεσημέρι και μετά από 6 χλμ σε χώμα, κάπου στη μέση του πουθενά, προσπαθώντας να περάσουμε ένα ανάχωμα, ο Ζήκος βρήκε από κάτω στο πίσω μέρος (το ακούσαμε το γκουπ) και έσβησε. Κοιταζόμαστε για λίγο και λέμε.. –Έλα μωρέ δεν είναι τίποτα.. Μπορεί επειδή είχε παραζεσταθεί πριν να μας κάνει νάζια τώρα. Εν τω μεταξύ, γυρνώντας τη μίζα δεν άκουγα την πίσω αντλία καυσίμου να δουλεύει. Περιμέναμε κανένα 20λεπτο και ξαναπροσπαθήσαμε. Τίποτα.. Εμένα μου κόπηκαν τα πόδια και  τη Γεωργία την είχαν ήδη πάρει τα ζουμιά. Μέχρι τις 3 και μισή καμία πρόοδος. Ένας Ζήκος πετρωμένος, ένα κινητό να μην έχει σήμα, ένα χωριό -που δεν το έχει ούτε ο χάρτης- πίσω μας στα 6 χλμ και μία πέτρινη επιγραφή για ένα πανδοχείο στο 1 χλμ. Αρματωθήκαμε νερά, netbook, κάμερες και πορτοφόλια και αποφασίσαμε να περπατήσουμε μέχρι το πανδοχείο. Με κομμένα πόδια, την ψυχολογία στο πάτωμα και το μυαλό να πετάει.. 

Δεν είχαμε κάνει ούτε 100 μέτρα όταν ξαφνικά βλέπουμε δύο on-off να έρχονται προς το μέρος μας. Δύο Άγγλοι, γαμπρός και πεθερός, ο Alfie και ο Tim, με μία BMW F650GS και μία Yamaha Tenere έκαναν εντουράδα στον Άτλαντα εξοπλισμένοι με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Τους σταματάμε και αρχίζουμε να τους λέμε τον πόνο μας. Μας πρότειναν να μας πάνε εκείνοι πίσω στο Αγκουντάλ μιας και το πανδοχείο που φαινομενικά –όπως έλεγε η επιγραφή- ήταν στο 1 χλμ, ήταν τελικά μετά από 3 σε ανηφορική διαδρομή στα 3.000 περίπου μέτρα. Πίσω στο χωριό –το οποίο ήταν πέρασμα- υπήρχε και ένα γνωστό πανδοχείο (Ibrahim) όπου θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε καλύτερα. Καβαλήσαμε τις μηχανές και πραγματικά νιώσαμε μία συναρπαστική εμπειρία μαζί τους. Ο Tim είναι βετεράνος off-roader με μηχανή, έχει επισκεφτεί το Μαρόκο και όλες τις πίστες του 14 φορές πριν και αυτή την περίοδο έγραφε βιβλίο για το off-road στο Μαρόκο. 

Φτάνοντας στο πανδοχείο, ο Tim έκανε τις συνεννοήσεις, ήπιανε 2 Cokes, πήρανε 6 νερά (τους τα κεράσαμε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη βοήθεια φυσικά!) και μας άφησαν με τον Ατμάν, τον ιδιοκτήτη. Μας είχαν ζώσει τα φίδια αλλά η λογική έλεγε ότι ο Ζήκος έπρεπε να έρθει οπωσδήποτε πίσω στο χωριό. Αφού έκανε τα τηλέφωνα του, μας είπε ότι βρήκε φορτηγό να το ρυμουλκήσουμε με 50 ευρώ. Που μυαλό για παζάρια.. Πάμε να το πάρουμε του λέμε. Μαζί με τον φορτηγατζή και τον Αμπντούλ, τον παραγιό του Ατμάν, μετά από 50 λεπτά, σε αρκετά δύσκολη διαδρομή για ρυμούλκηση και χωρίς πολλά φρένα, ο Ζήκος ήταν πάλι δίπλα μας. Τον βάλαμε στην αυλή -που στα περισσότερα Μαροκινά πανδοχεία θεωρείται κάμπινγκ- και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε το επόμενο βήμα.

Το δύσκολο κομμάτι είχε περάσει μιας και το χειρότερο που μπορούσε να μας συμβεί το είχαμε αντιμετωπίσει. Το να μείνεις στη μέση του πουθενά στη χώρα σου παλεύεται. Το να μείνεις στη μέση του πουθενά σε μία ξένη χώρα, στα 2.400 μέτρα, να μη μιλάς τη γλώσσα τους, η κοντινότερη πόλη με συνεργείο Suzuki να είναι η Καζαμπλάνκα –πάνω από 600 χλμ- δεν είναι και το καλύτερο πράγμα στον κόσμο. Προσπαθώντας να βάλουμε τη λογική να δουλέψει, αποφασίσαμε να ηρεμήσουμε και να σκεφτούμε το καλύτερο για το αυτοκίνητο και το πορτοφόλι μας. Η κοντινότερη πόλη, το Τινερχίρ, ήταν στα 100 χλμ όπου εκεί είχε πολλά συνεργεία αλλά ο Ατμάν είχε προλάβει να μας γειώσει λέγοντας πως το φορτηγό ήθελε 170 ευρώ για τη μεταφορά (που είσαι ρε Κασινά;;). Έχοντας εντοπίσει το πρόβλημα στην αντλία, θεωρούσα ανέφικτο να επισκευαστεί εκεί και είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε το χειρότερο σενάριο της Καζαμπλάνκα. Ο Ατμάν έφερε και το μηχανικό του χωριού το βράδυ να ρίξει μία ματιά αλλά το αυτοκίνητο του φάνηκε διαστημικό. 

Όντας σε δύσκολη κατάσταση, είχαμε αρχίσει να νιώθουμε ότι ήθελαν να μας «γδάρουν» αλλά προσπαθούσαμε να μην το σκεφτόμαστε. Στο μεταξύ, ο Μαροκινός ιδιοκτήτης είχε προλάβει να μας πάρει 3 μπλουζάκια και ένα τρυπητό (για δόσιμο το είχαμε ή για ανταλλαγή με κάτι άλλο) και καλά για τον παραγιό που μας βοήθησε στο βουνό και γενικότερα έτσι, χωρίς λόγο.. Πείτε το χαζομάρα, πείτε το φιλότιμο.. δεν σκεφτήκαμε πονηρά και τα προσφέραμε. Κι εκεί που ήμασταν πάνω στη μιζέρια και τον προβληματισμό για το πως θα μπορέσουμε να ξεγλιστρήσουμε από το Αγκουντάλ με το φτηνότερο τρόπο, ο Ατμάν, ο παραγιός και τρεις άλλοι επισκέπτες, όλοι Βερβέροι, αρχίζουν το τραγούδι. Γνήσια βερβέρικη μουσική με ταμπούρλα και παλαμάκια στο ημίφως των κεριών. Αυτό ήταν.. Ξεχαστήκαμε και αρχίσαμε μαζί τους να χτυπάμε παλαμάκια και να διασκεδάζουμε. Το βέρβερικο γλέντι κράτησε αρκετά και μαζί με άφθονο τσάι μέντας και χασίς, αρχίσαμε την κουβέντα για τους βερβέρους, την ιστορία τους, τη φιλοσοφία τους και τον τρόπο ζωής τους.

Οι Βερβέροι, ως νομαδική φυλή που ξεκίνησε από την Αραβία και κατέληξε μέχρι το Μαρόκο, κατοικούν ως επί το πλείστον στα βουνά, με τους Άραβες να κατακλύζουν τις πόλεις. Ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το εμπόριο και καταφέρνουν να εξασφαλίζουν τα προς το ζην και με το παραπάνω. Βασικό δόγμα τους είναι το να ζεις το σήμερα. Στο φαγητό, βασική συνήθεια τους είναι  να χρησιμοποιούν το δεξί χέρι με μία μπουκιά ψωμί και να τρώνε όλοι μαζί από το tajine, το στρόγγυλο πήλινο σκεύος όπου μαγειρεύουν το κρέας με διάφορα λαχανικά και μπαχαρικά. Θρυλική στιγμή όταν τους εξηγήσαμε ότι αυτό που κάνουν με το ψωμί στην Ελλάδα το ονομάζουμε «παπάρα» και ότι συνηθίζουμε να το κάνουμε με σάλτσες, σαλάτες και σούπες. Ξέσπασαν σε γέλια μιας και η λέξη ηχούσε πολύ περίεργα στο βερβέρικο λεξιλόγιο τους. Παρένθεση: Η βερβέρικη γλώσσα χρησιμοποιείται μόνο στο λόγο και μόλις πριν δύο χρόνια ξεκίνησε να χρησιμοποιείται και στη γραφή. Όλη η βραδιά ήταν μία μοναδική εμπειρία που αν δεν ήταν το πρόβλημα με τον Ζήκο, θα είχαμε ευχαριστηθεί ακόμα παραπάνω.

Τετάρτη πρωί, κατευθείαν τηλέφωνο στον έναν από τους δύο μηχανικούς μας, τον Γιάννη Κακαβά. Του εξηγώ όλη την ιστορία αλλά τι να κάνει ο άνθρωπος από το τηλέφωνο και με 5.000 χλμ να μας χωρίζουν. Μου έδωσε κάποιες ιδέες και άρχισα να σκαλίζω το αυτοκίνητο. Αλλάξαμε φίλτρο πετρελαίου μπας και.. ξηλώσαμε τον πίσω προφυλακτήρα να δούμε την καλωδίωση του ρεζερβουάρ.. τίποτα.. Δεύτερο τηλέφωνο στον κο Πιστικό, στην πρεσβεία μας στο Ραμπάτ. Μας συμβούλεψε να μη δώσουμε παραπάνω από 50-60 ευρώ και ζήτησε να μιλήσει μαζί του. Τον έκανε πύραυλο όταν του είπε ότι θα του κάνει ζημιά στο πανδοχείο αν δεν μας κάνει καλύτερη τιμή. Στο μεταξύ τους είχαμε πετάξει το παραμύθι ότι την Παρασκευή έπρεπε οπωσδήποτε να είμαστε στο Ραμπάτ λόγω δουλειάς στην πρεσβεία και ότι τάχα μου είμαι καθηγητής πανεπιστημίου. Γενικότερα επικαλεστήκαμε πολύ την πρεσβεία μας και ο Ατμάν είχε φοβηθεί αρκετά. Με τα πολλά και μετά από ένα σόου κοινωνιολογικής επίκλησης στην ανθρωπιά, στη βοήθεια και το φιλότιμο έκανε μερικά τηλέφωνα και μας βρήκε φορτηγό για την επομένη με 110 ευρώ για Τινερχίρ. Του δώσαμε το πράσινο φως και χαλαρώσαμε για το υπόλοιπο της ημέρας. Το βράδυ φάγαμε σούπα με κριθάρι και ντομάτα, αυθεντικό κους κους με αρνάκι και καρπούζι για επιδόρπιο. Όταν τους είπαμε τη λέξη καρπούζι στα ελληνικά ξέσπασαν σε γέλια παρομοιάζοντάς το με τον Σαρκοζί.


Πέμπτη πρωί, ξυπνήσαμε νωρίς νωρίς μιας και το ραντεβού με το φορτηγό ήταν στις 9. Επική η στιγμή που φορτώσαμε σπρωχτό τον Ζήκο στην καρότσα του Mitsubishi, το οποίο είχε κωλώσει σε ένα ανάχωμα όπου λειτούργησε ως ράμπα. Το ταξίδι προς Τινερχίρ κράτησε 2 ώρες και ένα τέταρτο με πολλή βερβέρικη μουσική, παλαμάκι, κέφι και απίστευτη θετική ενέργεια ότι ο Ζήκος μας θα γινόταν σύντομα «καλά». Το κέφι κόπηκε όμως όταν ο οδηγός μας είπε ότι είχε πληρωθεί για να μας αφήσει έξω από το Τινερχίρ -14 χλμ μακριά- μιας και με την άδειά του δεν μπορούσε να μπει στην πόλη. Αρχίσαμε τις φωνές και τη φασαρία και με τα πολλά μας άφησε 2 χλμ πριν αφού πρώτα βρήκε ανάχωμα-ράμπα για να βγάλουμε σπρωχτό εννοείται το αυτοκίνητο. Στο μεταξύ ο οδηγός μας ξεφούρνισε και το πραγματικό ποσό που είχε πάρει από τον Ατμάν και το οποίο ήταν μόλις 70 ευρώ από τα 110 που υποτίθεται ότι ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να κάνει μετά και την κατσάδα από τον κο Πιστικό. 

Με το που ξεφορτώσαμε το αυτοκίνητο, άρχισε το παραμύθι ότι έπρεπε να πληρώσουμε άλλον για να μας μεταφέρει στο συνεργείο, στο κέντρο της πόλης. Κάπου εκεί αρχίσανε τα μπινελίκια ότι τα λεφτά τα έχει ο Ατμάν και ότι δεν υπάρχει φράγκο. Με τα πολλά, το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο συνεργείο όπου τα Μαροκινά τσακάλια κατάλαβαν κατευθείαν ότι η πίσω τρόμπα χαμηλής πίεσης είναι off και ότι θέλει αντικατάσταση. Μέσα σε μία ώρα την είχαν λύσει, είχαν φέρει καινούρια (πολύ τυχεροί γιατί τα μισά ανταλλακτικά του αυτοκινήτου είναι και Pegeuot, μάρκα που παίζει πολύ σε όλη την Βόρεια και Δυτ. Αφρική) και κάπως έτσι ο Ζήκος πήρε επιτέλους μπροστά μετά από δύο ημέρες. Το κουστούμι για την αντλία και την εργασία ήρθε στα 160 ευρώ και οποιαδήποτε απόπειρα παζαριού, κλάψας και φοβέρας από την πρεσβεία, έπεσε στο κενό. Τουλάχιστον στο συνεργείο δεν μας έγδαραν μιας και τσεκάραμε την τιμή και στο ίντερνετ. Το φαράγγι του Τόντρα και το Camping Atlas, ήτανε δίπλα και είπαμε να διανυκτερεύσουμε εκεί για μία ακόμα φορά, όπως είχαμε κάνει και πριν την αναχώρηση για Άτλαντα.

Παρασκευή πρωί αποφασίσαμε να δούμε και το έτερο φαράγγι του Ντάντες, το οποίο υποτίθεται ότι θα απολαμβάναμε στην κάθοδό μας από το Άγκουνταλ. Δεν μας εντυπωσίασε ιδιαίτερα τόσο ως φαράγγι όσο ως διαδρομή μιας και κάποια στιγμή είχαμε ανέβει αρκετά. Στη συνέχεια πήραμε το δρόμο δυτικά προς Ουαρζαζάτε, πόλη γνωστή για τα στούντιο της και τους κινηματογραφικούς αστέρες που συχνάζουν εκεί, ικόγκνιτο πάντα. Στο δημοτικό κάμπινγκ που κατασκηνώσαμε, παρ’ όλο που ήταν τρισάθλιο, η παρέα ήταν μια χαρά. Ένα ζευγάρι Βέλγων που είχαμε γνωρίσει στη Φεζ, ήρθαν μετά από εμάς και όπως είναι φυσικό η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από τη διαδρομή του καθενός. Τα παιδιά πήγαιναν για μόνιμη εγκατάσταση στο Μάλι, οπότε και συνεννοηθήκαμε να μας στείλουν ενημέρωση άμα τη άφιξή τους στο Μπαμάκο για την κατάσταση εκεί. Το απογευματάκι, πήραμε το Ζήκο και κατεβήκαμε στο κέντρο για τσιγάρα. Πετύχαμε και ένα παζάρι στην κεντρική πλατεία από όπου ψωνίσαμε τοπικές σφολιάτες από ένα γυναικείο συνεταιρισμό..  σκέτη μούρλια! 



Σάββατο πρωί, ξυπνήσαμε νωρίς και κινήσαμε προς Μαρακές. Η διαδρομή ήταν απλά απίστευτη και για μία ακόμα φορά ο Ηλίας ο Βροχίδης πρέπει να φτερνιζότανε συνέχεια εκείνη τη μέρα. Γύρω στα 50-60 χλμ μόνο στροφές επάνω στον Άτλαντα και από κάτω το χάος. Ντόπιοι μικροπωλητές να σε κυνηγάνε να σου πουλήσουν απολιθώματα και εσύ να έχεις το νου σου στο απόλυτο κενό από τα 2.200 μ. περίπου.. Συνολικά κάναμε περίπου 5 ώρες για περίπου 220 χλμ. Στο ενδιάμεσο πεταχτήκαμε και στο περίφημο Αϊτ Μπενχαντού, ένα μικρό χωριουδάκι 20 χλμ έξω από την Ουαρζαζάτε, στο kashba (Kashba: πόλη-οχηρό) του οποίου έχουν πραγματοποιηθεί τα γυρίσματα πολλών ταινιών όπως “Ο Μονομάχος”, “Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ”, “Ο Λώρενς της Αραβίας” κλπ Εντυπωσιακός και πάνω απ’ όλα φυσικός χώρος γυρισμάτων με ανέγγιχτα όλα τα κτίρια τα οποία ο επισκέπτης μπορεί να δει με μόλις ένα ευρώ. Εννοείται ότι αποτελεί και αυτό Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο, μιας και λόγω των γυρισμάτων θεωρείται το καλύτερα διατηρημένο kashba της χώρας. Φτάνει μόνο να σκεφτείτε ότι είναι όλο φτιαγμένο από πέτρες, λάσπη και άχυρα και υφίσταται έντονες καταστροφές σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων. 

Στο Μαρακές φτάσαμε απόγευμα και την πέσαμε κατευθείαν στο Marjane (τεράστιο εμπορικό στυλ Careffour  στο οποίο μπορείς να βρεις κυριολεκτικά τα πάντα.. ακόμα και αλκοόλ). Εφοδιαστήκαμε με τα απαραίτητα και κινήσαμε προς το camping. Πολύ ωραίος χώρος με πισίνα, τζακούζι, σκιά και τουαλέτες που μοσχοβολούσαν. Εκεί γνωρίσαμε τον Πιέρο και την Οριέλα, δύο μεσήλικες Ιταλούς με ένα Mercedes Unimog 400, οι οποίοι αυτή την περίοδο εξερευνούσαν το Μαρόκο αλλά είχαν πολλές περιπέτειες να διηγηθούν από πολλά μέρη του κόσμου. Μας «αγκάλιασαν» αμέσως και για μία ακόμα φορά διαπιστώσαμε πόσα κοινά μοιραζόμαστε με τους γείτονές μας. 

Κυριακή πρωί, μαζί με το ζευγάρι των Ιταλών πήραμε ταξάκι για το κέντρο της πόλης. Περιδιαβήκαμε τα σουκς στα οποία πραγματικά μπορείς να συγκεντρώσεις την προίκα σου, είδαμε από κοντά τους ψευτό-γητευτές των φιδιών, οι οποίοι υποτίθεται ότι γητεύουν τις κόμπρες μόνο αν θελήσεις να τους φωτογραφήσεις, επί πληρωμή εννοείται. Μέχρι μασέλες και δόντια είδαμε να πουλάνε ενώ τα ταττού από χένα έδιναν και έπαιρναν. Πολύ τουριστικό, απίστευτα φολκλορικό, αληθινά γνήσιο, το κέντρο του Μαρακές είναι μία ξεχωριστή εμπειρία στο Μαρόκο όπου ο επισκέπτης πρέπει να είναι δεκτικός αλλά συνάμα πολύ προσεκτικός.



Δευτέρα πρωί, αν και αργήσαμε να ξυπνήσουμε, κινήσαμε προς Ατλαντικό, μιας και σιγά σιγά έπρεπε να αρχίσουμε να κατηφορίζουμε προς νότο. Απαραίτητη στάση όμως στην Εσσαουίρα, πόλη θέρετρο, στην οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί το ετήσιο φεστιβάλ Gnaoua μουσικής και το οποίο αποφασίσαμε να μην χάσουμε. Το κάμπινγκ μέσα σε 3 μέρες είχε πάνω από 100 άτομα, οι περισσότεροι ντόπιοι από τις πόλεις του βορρά οι οποίοι είχαν έρθει για το φεστιβάλ. Εμείς όμως κολλήσαμε και κάναμε παρέα με έναν Αυστριακό, τον Claus, ο οποίος γυρνούσε με το ποδήλατό του επί 12 χρόνια την Ευρώπη, έναν Βραζιλιάνο, τον Jacques, ο οποίος επέστρεφε από Μοζαμβίκη όπου δούλευε τον τελευταίο χρόνο, έναν ΝοτιοΑφρικανό, τον David, ο οπίος γυρνούσε με ένα LR Defender την Αφρική τα τελευταία 3 χρόνια προσπαθώντας μάταια να μπει στην Ευρώπη, και έναν Ιταλό, τον Andre, ο οποίος με ένα φορτηγό-αυτοκινούμενο Scania έκανε το γύρο του Μαρόκου και τον επόμενο χρόνο θα συνέχιζε για Ινδία. Όπως καταλαβαίνετε, με τόσο διεθνή παρέα δε μπορείς παρά να διασκεδάσεις. Μαγειρέψαμε, ήπιαμε λιμοντσέλο, ανταλλάξαμε ταξιδιωτικές εμπειρίες και τελικά καταλήξαμε στο ότι οι ταξιδευτές δεν έχουν χώρα,εθνικότητα ή ταυτότητα. 

Την εναρκτήρια βραδιά του φεστιβάλ πρέπει να είχε τουλάχιστον 10.000 κόσμο, πολλούς τουρίστες μα κυρίως ντόπιους. Μικροί, μεγάλοι είχαν αφεθεί όλοι στους ρυθμούς της Gnaoua μουσικής με τα περίεργα κύμβαλα, τα ταμπούρλα, τα «ζιμπρί» (τρίχορδο είδος λαούτου) και τις χορογραφίες. Η Gnaoua μουσική είναι ένα μείγμα υποσαχάριας, βερβέρικης και σούφι θρησκευτικής μουσικής και ρυθμών ενώ περιλαμβάνει διάφορες ακροβατικές φιγούρες. Ένα τραγούδι-ρυθμός μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 20 λεπτά ενσωματώνοντας διάφορους ύμνους για πολλές θεότητες. Το χαρήκαμε με την ψυχή μας μιας και ήταν η πρώτη βραδιά που το ξενυχτούσαμε στο Μαρόκο.. έστω και χωρίς αλκοόλ. Μα γίνεται συναυλία χωρίς αλκοόλ;

Η συνέχεια, περιείχε μπόλικη έρημο και για την ακρίβεια Δυτική Σαχάρα. Πιο συγκεκριμένα από Παρασκευή μέχρι Δευτέρα καλύψαμε 1.700 περίπου χιλιόμετρα διασχίζοντας τη Δυτ. Σαχάρα. Μία χώρα με δύο πόλεις-κόμβους στην ουσία, τη Λαγιούν και τη Ντάχλα, οι οποίες αποτελούν ψευτο-τουριστικά κέντρα γεμάτα στρατόπεδα τα οποία είναι εκεί για να επιβεβαιώσουν την κυριαρχία του Μαρόκο ως το μοναδικό ελεγκτή της περιοχής. Ατελείωτες ευθείες, ατελείωτη έρημος, ατελείωτη άσφαλτος. Μια μικρή στάση στην Ταρφάγια και το μουσείο του Αντουαν ντε Σαντ Εξυπερύ –τον συγγραφέα του Μικρού Πρίγκηπα- μας έκανε νοσταλγούς του παραμυθιού. Το ίδιο βράδυ το διαβάσαμε για άλλη μία φορά (δώρο του αδερφού του Νίκου για το ταξίδι!). Και στα 8 μπλόκα μέχρι τα σύνορα όπου μας σταματούσαν, δίνοντας το κλασσικό fiche (μία φωτοτυπία με τα στοιχεία σου) και αντίγραφο του διαβατηρίου και λέγοντας ότι είμαστε δάσκαλοι (μέτρησε πολύ.. χωρίς πλάκα), περάσαμε χωρίς να ανοίξει μύτη. Κλασσική κι αγαπημένη κουβέντα όλων η μπάλα, το Euro, η ήττα της εθνικής και ο Καραγκούνης!

Κομβικό σημείο για τη συνέχεια του ταξιδιού ήταν η γνωριμία μας με έναν Γάλλο μοτοσυκλετιστή, τον Γκιλάν ακριβώς επάνω στον Τροπικό του Καρκίνου. Και οι τρεις μας προσπεράσαμε την -ας πούμε- ταμπέλα που υπήρχε και κάναμε αναστροφή για να βγάλουμε τις κλασσικές φωτογραφίες. Τις περιπέτειες του Γκιλάν μπορείτε να διαβάσετε στο blog του ghislainvoyage.over-blog.com

Δευτέρα μεσημέρι αφιχθήκαμε πρώτα στα Μαροκινά και έπειτα στα Μαυριτανικά σύνορα από όπου, μετά από 2 ώρες ξεγλιστρήσαμε με απόλυτη επιτυχία και χωρίς να δώσουμε φράγκο.. ε καλά οκ.. μας έφαγαν ένα στυλό.. αλλά πέραν τούτου ουδέν..





Μας άρεσε: Το φαγητό (ήμασταν τυχεροί που στο Άγκουνταλ δοκιμάσαμε αυθεντικό κους κους και tajine), το φτηνό πετρέλαιο, το κάμπινγκ στο Μαρακές, οι αμμόλοφοι στη Μερζούγκα, οι βραδιές με γνήσια βερβέρικη μουσική στον Άτλαντα, το ηλιοβασίλεμα του Ατλαντικού στη Μέντια, η Εσσαουίρα που έμοιαζε πολύ με νησί και η multi ethnic παρέα μας στο κάμπινγκ, τα μαροκινά πεπόνια (δεν έχουμε φάει καλύτερα) και βασικότερο όλων ότι ΤΑ ΠΑΝΤΑ στο Μαρόκο είναι χειροποίητα.. αλλά τα πάντα!

Δεν μας άρεσε: Η αντιμετώπιση από τον Μαροκινό στο Άγκουνταλ, ο οποίος μας πάτησε στο λαρύγγι, το γεγονός ότι το μισό Μαρόκο ζητιανεύει χωρίς λόγο και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τον τουρίστα σε όλες του τις εκφάνσεις. 

Είδαμε: Και τι δεν είδαμε.. ολοκαίνουριο τραμ στο Ραμπάτ αλλά και αμέτρητα τροχήλατα οχήματα, μοτοποδήλατα, αυτοκίνητα, ανθρώπους και ζώα, όλοι ένα μείγμα στον ίδιο δρόμο. Στην επαρχία βέβαια το φαινόμενο ήταν πιο έντονο. Απίστευτη ανάπτυξη παντού με πολυκατοικίες να ξεφυτρώνουν στα προάστια των μεγάλων πόλεων (Ραμπάτ, Φεζ, Μαρακές κλπ) και ξενοδοχειακά συγκροτήματα πολλών αστέρων (φήμες λένε ότι οι Βερβέροι κατέβηκαν από τα χωριά με παράδες και άρχισαν να επενδύουν.. άλλοι λένε ότι τα λεφτά τα έχουν οι Σαουδάραβες), σχολεία παντού ακόμα και στο πιο απομακρυσμένο χωριουδάκι.



Μέση τιμή για το πετρέλαιο 0,74 euro
Τοπικό νόμισμα: Ντίραμ – Ισοτιμία: 1 ευρώ  10,5 ντίραμ


Οδήγηση στο Μαρόκο: Εξαρτάται με τι τη συγκρίνεις. Αν τη συγκρίνεις με το Κάϊρο, τότε η οδήγηση στο Μαρόκο είναι σχετικά εύκολη και τις περισσότερες φορές ξέρεις από που θα σου έρθει. Αν τη συγκρίνεις με την Αθήνα, τότε είναι κομματάκι δύσκολο να συνηθίσεις ότι τα πάντα κυκλοφορούν οπουδήποτε και απλά έχεις το νου σου συνεχώς. Σε γενικές γραμμές όμως, τόσο το επαρχιακό δίκτυο όσο και η Μαροκινή Autoroute είναι σε πολύ ανεβασμένα επίπεδα σχεδόν εφάμιλλα των δικών μας. Η σήμανση είναι απλά άψογη και κατά μήκος όλων των δρόμων υπήρχαν ταμπέλες σχετικά με την οδική ασφάλεια. Για τα μπλόκα δε θα κάνουμε λόγο. Απλά χάσαμε το μέτρημα κάποια στιγμή. Μόνο στη Δυτική Σαχάρα όμως επιλέγουν να σταματήσουν τον τουρίστα για τα τυπικά. Και φυσικά στο Μαρόκο ισχύει το παίξιμο των φώτων πριν από κάθε μπλόκο σαν προειδοποίηση! Τέλος σε κανένα πρατήριο καυσίμων δεν υπάρχουν οι κλασσικές ενδείξεις των τιμών. 


Αυτοκίνητο: Το πρόβλημα στην μικρή πίσω αντλία καυσίμου επιδιορθώθηκε άμεσα με καινούριο ανταλλακτικό αν και κόστισε ακριβά. Κατά τ’ άλλα, η κατανάλωση κυμάνθηκε στα ίδια επίπεδα αν και στην Δυτ. Σαχάρα το πατήσαμε λίγο παραπάνω. Σωτήριο αποδείχτηκε το γεγονός ότι το αυτοκίνητο έχει Γαλλικό μοτέρ (Peugeot).

3 σχόλια:

  1. "Ήπια" μονορούφι και την ιστορία της Μαροκινής πινέζας! Απολαυστική!!!
    Ονειρεμένο ταξίδι για έναν λαθρεπιβάτη!

    Ο θεός των ταξιδιωτών να 'ναι κοντά σας!
    Καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άργησα λίγο να σας διαβάσω, γιατί εργάζομαι στα νησιά τώρα και δεν έχω καλή σύνδεση στο διαδίκτυο.

    Χαίρομαι πολύ πάντως που ζήσατε τέτοιες καταπληκτικές εμπειρίες! Κρίμα, βέβαια, για την ταλαιπωρία με το αυτοκίνητο, αλλά αυτά συμβαίνουν. Μπήκα κι εγώ στη θέση σας όταν το διάβαζα και θυμήθηκα τα δικά μου παρόμοια ζόρια.

    Ανυπομονούμε να βρεθούμε κι εμείς εκεί να χαρούμε τον Άτλαντα και το υπόλοιπο Μαρόκο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μπορεί να πέρασε ενάμισης χρόνος αλλά έχουμε
    τη σελίδα σας σαν ευαγγέλλιο και ακολουθούμε
    με κλειστά τα μάτια.Και τους οδηγούς βεβαίως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή